Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΧΡΟΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΧΡΟΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Για τίποτε να μην έχετε άγχος...


Για τίποτε να μην έχετε άγχος...

Γέροντας Παΐσιος
Το άγχος είναι του διαβόλου. Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του το ταγκαλάκι.
Ο διάβολος δεν πηγαίνει κόντρα.
Αν υπάρχη μια τάση, σπρώχνει και αυτός, για να ταλαιπωρήση και να πλανήση τον άνθρωπο. Τον ευαίσθητο λ.χ. τον κάνει υπερευαίσθητο. Όταν έχης διάθεση να κάνης μετάνοιες, σπρώχνει και ο διάβολος να κάνης περισσότερες από την αντοχή σου και, αν οι δυνάμεις σου είναι περιορισμένες, δημιουργείται μια νευρικότητα, γιατί δεν τα βγάζεις πέρα, και στην συνέχεια σου δημιουργεί άγχος με ελαφρά απελπισία κατ’ αρχάς και μετά συνεχίζει…
Θυμάμαι, όταν ήμουν αρχάριος μοναχός, ένα διάστημα, μόλις έπεφτα να κοιμηθώ, μου έλεγε ο πειρασμός: “Κοιμάσαι; Σήκω! Τόσοι άνθρωποι υποφέρουν, τόσοι έχουν ανάγκη…” Σηκωνόμουν και έκανα μετάνοιες, ό,τι μπορούσα. Μόλις έπεφτα να κοιμηθώ, άρχιζε ξανά: “Οι άλλοι υποφέρουν κι εσύ κοιμάσαι; Σήκω!” Σηκωνόμουν πάλι.
Μέχρι που έφθασα να πω: “Αχ, να μου κόβονταν τα πόδια, τι καλά! Θα ήμουν τότε δικαιολογημένος, αφού δεν θα μπορούσα να κάνω μετάνοιες”. Μια Μεγάλη Σαρακοστή την έβγαλα με το ζόρι, γιατί πήγαινα να στριμώξω τον εαυτό μου περισσότερο από την αντοχή μου.

Περί ελεημοσύνης..

Ελεημοσύνη, κενοδοξία και φιλαργυρία

Και αν προσφέρω ελεημοσύνη σε αυτόν, που πράγματι έχει ανάγκη, και δοκιμάσω φιλαργυρία, ώστε να μην του δώσω κάτι περισσότερο, τί πρέπει να κάνω; Να δώσω περισσότερο, για να κατανικήσω την φιλαργυρία ή να προσπαθήσω να μη δώσω λιγότερο από όσο έχει ανάγκη;

Εάν πάλι ο λογισμός της κενοδοξίας με προτρέπει να δώσω περισσότερα και ενεργώ έτσι από ντροπή ή για να φανώ ευχάριστος στους ανθρώπους, τί να κάμω; να δώσω λιγότερα, για να κατανικήσω το πάθος, οπόταν δεν ικανοποιώ τις ανάγκες του, ή να δώσω όσα χρειάζεται ο συνάνθρωπός μου, για να εφαρμόσω την εντολή;

Απάντησε ο Γέροντας: Εάν ενοχλείσαι από φιλαργυρία κατά την ώρα της ελεημοσύνης, να ενεργήσεις συμφώνα με τη δυνατότητα που έχεις· δηλαδή εφ’ όσον έχεις περισσότερα, να δώσεις περισσότερα, εφ’ όσον όμως έχεις λίγα, τότε να περιορισθείς να προσφέρεις μόνον αυτά που έχει ανάγκη. Εάν πάλι σε πολεμούν οι λογισμοί της κενοδοξίας ή της ανθρωπαρέσκειας, για να προσφέρεις λιγότερα ή περισσότερα ποσά, συ να περιορίσεις την ελεημοσύνη σου στα όρια της πραγματικής ανάγκης του συνανθρώπου σου και να μη δώσεις ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα.  (Αγ. Βαρσανούφιος)

Πνευματική ελεημοσύνη

Αδελφέ μου, η Αγία Γραφή μας διδάσκει να λυτρωθούμε με τις ελεημοσύνες από το βάρος των αμαρτιών μας, και με την συμπάθεια προς τους φτωχούς από την ευθύνη των αδικιών μας. Βεβαία, θα μου πεις, πώς να κάνω ελεημοσύνη, αφοί δεν έχω χρήματα; Μάλιστα· αλλά έχεις όμως θελήματα! Κόψε τα θελήματά σου και φύλαξε την υπακοή στο θέλημα του Θεού και με αυτό τον τρόπο εργάζεσαι το αγαθό. Δεν έχεις τη δύναμη να ευεργετήσεις τον φτωχό με υλικά αγαθά; Ευεργέτησέ τον με την καλή σου διάθεση!

Όταν ο συνάνθρωπός σου σε ενοχλήσει, σε βλάψει, σου κάνει, εν πάση περιπτώσει, κακό, συγχώρεσέ τον σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου· αυτό θα είναι για σένα η μεγαλύτερη ελεημοσύνη. Εάν ζητάμε ειλικρινά από το Θεό να μας συγχωρέσει για τις αμαρτίες μας, έχουμε και εμείς υποχρέωση να συγχωράμε τον συνάνθρωπό μας, για οτιδήποτε κακό μας έκαμε· τότε μόνο θα συγχωρηθούμε από τον Κύριο, όταν και εμείς συγχωρήσουμε.

Είναι σπουδαίο να σκορπά τα χρήματά του στους πτωχούς αυτός που έχει· το να συγχωρείς όμως από την καρδιά σου τους ανθρώπους για τα σφάλματά τους, είναι τόσο ανώτερο από το πρώτο, όσο και η ψυχή, κατά την ουσία της, είναι πιο πολύτιμη από το σώμα· το δεύτερο δε αυτό ισχύει αποτελεσματικότερα για τη λύτρωση από τήν αμαρτία.

Όσοι ζητήσαμε από το Θεό άφεση αμαρτιών και τη λάβαμε, έχουμε χρέος να συγχωράμε τον πλησίον μας· εάν όμως δεν το κάνουμε αυτό, αλλά παραμένουμε αδιάφοροι και εκδικητικοί απέναντι αυτών που μας λύπησαν, τότε μοιάζουμε με τον πονηρό εκείνο δούλο της Ευαγγελικής περικοπής, που ενώ ο ίδιος πήρε από τον Δεσπότη την άφεση του χρέους των μυρίων ταλάντων, εν τούτοις αυτός δεν χάριζε ένα παραμικρό χρέος εκατό δηναρίων σε κάποιο σύνδουλό του, που τον παρακαλούσε. Πόσο δίκαια ήταν η κατηγορία, που του απηύθυνε ο Κύριος. Όπως είναι γνωστό, ο Κύριος οργίστηκε εναντίον του άσπλαχνου αυτού δούλου και τον παρέδωσε στους βασανιστές, μέχρι να τα εξοφλήσει όλα. Γι’ αυτό και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις ο Κύριος ελεεινολογεί όσους δείχνουν απέναντι στους συνανθρώπους τους σκληρότητα και ασπλαχνία, ενώ οι ίδιοι έγιναν πλούσιοι από τις ευεργεσίες του Θεού προς αυτούς. Στους ανθρώπους αυτούς απευθυνόμενος ο Κύριος λέει· αλλοίμονο σε σας τους πλουσίους, διότι βρίσκεστε πολύ μακρυά από τη θεία βοήθεια.

Είναι δυνατόν λοιπόν ένας άνθρωπος να πλουτίσει και χωρίς χρήματα· πλούσιος είναι και εκείνος που υπερέχει των άλλων κατά την ικανότητα της ομιλίας, τους θησαυρούς των γνώσεων, την οποιαδήποτε προς τον συνάνθρωπο φιλανθρωπία και εν γένει κατά τα προσόντα εκείνα, τα όποια έχουν χαριστεί στους ανθρώπους. Τα έλαβε δε αυτά σε αυξημένο βαθμό, για να τα μεταδώσει και σε άλλον που τα στερείται. Εάν όμως δεν φροντίζει να τα μεταδώσει στους συνανθρώπους του, αλλά ζηλότυπα τα κρατά όλα για τον εαυτό του, τότε ταιριάζει και σε αυτόν ή ίδια επίπληξη του Κυρίου· αλλοίμονο σε σένα, διότι βρίσκεσαι μακρυά από τη θεία βοήθεια.  (Αγ Μάρκος ο Ασκητής)

Ελεημοσύνη δεν είναι μόνο να δώσουμε χρήματα σε κάποιον.

Μπορούμε να παρηγορήσουμε ένα πενθούντα. Να ενισχύσουμε έναν άνθρωπο ο οποίος έχει ταλαιπωρηθεί στη ζωή του. Αυτά είναι πνευματική ελεημοσύνη. Να συμπαρασταθούμε σε κάποιον όταν αδικείται. Αυτό είναι μεγάλη, ύψιστη ελεημοσύνη. Ανώτερη από την υλική. Τέτοιες ελεημοσύνες μπορεί να τις κάνη και ο φτωχός. Μπορεί να συμπαρασταθεί σ’ ένα πονεμένο. Ο φτωχός μπορεί να είναι υγιής κι ένας άλλος να έχει μεν χρήματα, αλλά να είναι άρρωστος, να είναι κατάκοιτος. Εκεί ο φτωχός προσφέρει ελεημοσύνη. Με το να πάει να καθίσει λίγες ώρες να του κάνει συντροφιά. Να πάει να του ψωνίσει. Να τον ταΐσει ενδεχομένως. Ελεημοσύνη δεν είναι μόνο να δώσουμε χρήματα ή πράγματα σε κάποιον.

Κι ακόμη μεγαλύτερη ελεημοσύνη απ’ όλες, είναι να προσφέρουμε σε κάποιον τον ίδιο τον Κύριο μας. Να τον κάνουμε, δηλαδή, να γνωρίσει τον «μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλεν Ιησούν Χριστόν». Να γίνουμε αφορμή και με το λόγο μας, αλλά πιο πολύ με το παράδειγμά μας, να πλησιάσει κάποιος το Χριστό. Σε καμία περίπτωση όμως με την πρόφαση της πνευματικής ελεημοσύνης να μην αμελούμε την υλική. «Ταύτα έδει ποιήσαι κακείνα μη αφιέναι».

(Αρχιμ. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος)

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ Η διακονία στη Ριζάρειο


(Απόσπασμα από το βιβλίο: Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως- Η πρώτη αγία Μορφή των καιρών μας, του Σοφοκλή Γ. Δημητρακόπουλου, Αθήνα 1998, σελ. 188- 198)

Η διακονία στη Ριζάρειο
Καθήκοντα στη Ριζάρειο ανέλαβε στις 10 Μαρτίου 1894, αφού προηγουμένως έδωσε "την νόμιμο διαβεβαίωση ενώπιον του νομάρχου Αττικής και Βοιωτίας". Γράφει η εφημερίδα "Ακρόπολις" της ιδίας ημέρας: "Σήμερον αναλαμβάνει τα καθήκοντα αυτού ο νεωστί διορισθείς διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής πρώην μητροπολίτης Πενταπόλεως. Ο νέος διευθυντής της Σχολής είναι εις εκ των μάλλον μορφωμένων κληρικών μας και διετέλει μέχρι τούδε ιεροκήρυξ του νομού Φθιώτιδος". Επίσης η "Νέα Εφημερίς" έγραψε την επομένη: " Αφίκετο και ανέλαβε τα καθήκοντα αυτού ο νέος διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής σεβ. Μητροπολίτης Πενταπόλεως, γνωστός και διά τον χαρακτήρα και διά τα φώτα αυτού, απολαμβάνων υπολήψεως και τιμής εν τω ημετέρω κλήρω". Η επίσημη εγκατάστασή του έγινε την Κυριακή, 13 Μαρτίου 1894. Έγραψε η "Εστία" της εσπέρας της ίδιας ημέρας: "Σήμερον περί την 10 1/2 ώραν παρουσία του Υπουργού Παιδείας, του Σ. Μητροπολίτου και της ολομελείας του διοικητικού Συμβουλίου της Ριζαρείου Σχολής εγένετο η εγκατάστασις του νέου διευθυντού της σχολής Σ. Μητροπολίτου Πενταπόλεως κ. Νεκταρίου Κεφαλά". Στις 14 Μαρτίου η "Εφημερίς", έγραψε: "Πανηγυρικώς εγένετο χθες η εγκατάστασις του νέου διευθυντού της Ριζαρείου Σχολής, πρώην Μητροπολίτου Πενταπόλεως Σ. Νεκταρίου Κεφαλά. Κατά ταύτην παρήσαν το Διοικητικό Συμβούλιον αυτής, ο Σύλλογος των καθηγητών και πολλοί άλλοι. Ο Σεβασμιώτατος κ. Νεκτάριος Κεφαλάς, μετά την λειτουργίαν, τελεσθείσα εν τη εκκλησία της Σχολής, εδέχθη εν τη Μεγάλη Αιθούση τα συγχαρητήρια των ανωτέρω και εξεφώνησε σύντομο λόγο, δι' ου ηυχαρίστησε το Συμβούλιο (…) Αποτεινόμενος εις τους μαθητάς της Σχολής, παραινετικούς απήυθυνε λόγους και υπέδειξεν οποία καθήκοντα επιβάλλονται εις αυτούς (…) Ο δε εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου κ. Δ. Χασιώτης αντεφώνησε, εκφράσας την πεποίθησιν, ότι η Σχολή διά του νέου Διευθυντού της θα επανακτήση την πρώτην αυτής λαμπρότητα και ότι διά της ομονοίας και της ειρήνης θα εισέλθη η Σχολή εις την κανονικήν τροχιάν της, αγλαούς αποφέρουσα καρπούς".
Το θρησκευτικό περιοδικό της εποχής εκείνης "Σωτήρ", γνωστό για τις προσπάθειές του για την αναγέννηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, σχολιάζοντας την προσωπικότητα του νέου διευθυντή της Ριζαρείου έγραφε: " Χρηστότης ηθών, διοικητική ικανότης, επιστημονική μόρφωσις, αγαθότης και ευγένεια τρόπων, ιδού εν ολίγοις αι αρεταί, αίτινες κοσμούσι τον Σεβ. Ιεράρχην".
Όταν ανελάμβανε τη διεύθυνση της Ριζαρείου Σχολής, ο Πενταπόλεως Νεκτάριος βρισκόταν στην ώριμη ηλικία των 48 ετών και η πνευματική του ακτινοβολία ήταν ήδη έντονη και φυσικά με το πέρασμα του χρόνου γινόταν ακόμη μεγαλύτερη. Να πως φυσιογνωμικά τον περιέγραψε το 1948 -πριν ακόμη ανακηρυχθεί επίσημα άγιος- ένας παλαιός, της περιόδου 1902-1907, μαθητή του:
Ανάστημα κανονικόν (…) Πρόσωπον εις το οποίον ημιλλάτο η αρμονική αναλογία των μερών με την γλυκύτητα της εκφράσεως. Από τους γαλανούς οφθαλμούς του διεχύνετο μία ακτινοβολία, όμοια με το ανοιξιάτικο γλυκοχάραμα. Και το ακτινοβολούν εκείνο πρόσωπο εστεφανούτο από χιονόλευκη συμμετρικήν γενειάδα. Ήτο ωραία Βιβλική μορφή.
Ο Άγιος Νεκτάριος παρά τις ποικίλες αντιξοότητες, που προερχόταν τόσο από την φύση του παιδαγωγικού έργου και την ποικιλία προέλευσης των μαθητών (στη Σχολή φοιτούσαν και παιδιά πολλών ευπόρων αθηναϊκών οικογενειών κλπ., που δεν ενδιαφέρονταν για να ιερωθούν, αλλά μαθήτευαν σε αυτή επειδή το ποιοτικό της επίπεδο ήταν πολύ υψηλό), όσο και από την απιστία των καιρών, αλλά και από επεμβάσεις του Συμβουλίου της Σχολής, διηύθυνε- το σημαντικότερο μετά τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών- εκκλησιαστικό αυτό εκπαιδευτήριο για δεκατέσσερα συνεχή χρόνια, χωρίς ποτέ ν' απουσιάζει από τη θέση του, με αισθήματα ανθρωπιστικά, όπως αυτά τα γνώριζε από τη δαψιλή μελέτη των αρχαίων συγγραφέων, με αγάπη Χριστού, με πατρική στοργή, πολλή φρόνηση και ενδιαφέρον ανύστακτο, με προσευχή διαρκή, προκειμένου να επιτύχει την αποστολή του. Αναφέρεται πως όταν ένας μαθητής έκανε κάποιο σοβαρό παράπτωμα, ο Άγιος θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο, προσευχόταν εκτενώς και υποβαλλόταν σε αυστηρή νηστεία. Το μέτρο αυτό είχε επίδραση στους ευαίσθητους μαθητές, οι οποίοι συνήθως μεταμελούνταν και απέφευγαν να επαναλάβουν τις αταξίες τους. Αλλά και όταν, σπάνια, ήταν αναγκασμένος, να επιβάλει κάποια ποινή, στεναχωρούνταν πολύ, ιδίως μάλιστα όταν έβλεπε πολλοί σημαίνοντες να παρεμβαίνουν υπέρ αυτών. Έγραφε στις μοναχές της Αίγινας: "Πλην της στενοχωρίας ταύτης (έλλειψη χρημάτων να στείλει στο μοναστήρι) είχον και ετέρα πολύ σπουδαίαν, ήτις και αύτη σήμερον έπαυσε. Εδίωξα εκ της Σχολής τέσσερας μαθητάς, δύο της τετάρτης τάξεως και δύο της πέμπτης, οίτινες μετά ένα μήνα ακριβώς θα ελάμβανον το δίπλωμά των. Οι υπέρ αυτών ενδιαφερόμενοι ήσαν ισχυροί, αλλ' επί τέλους σήμερον απεβλήθησαν, αλλ' άνευ πράξεως αποβολής", η οποία αποβολή, ας σημειωθεί, θα τους στιγμάτιζε και θα τους ακολουθούσε στη σταδιοδρομία τους. Ο Πενταπόλεως δεν υπήρξε ποτέ εκδικητικός ούτε ήθελε την εξόντωση εκείνων που παρεκτρέπονταν, παράλληλα όμως ήταν και ανυποχώρητος στην διαφύλαξη της ηθικής και του κύρους της Ριζαρείου, ως Εκκλησιαστικής Σχολής.
Λίγα χρόνια μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, το Πολυμελές Συμβούλιο του Ιδρύματος, σύμφωνα με τα Πρακτικά του, επισημαίνει "τον προς την Σχολήν ζήλον του Σεβασμιωτάτου Διευθυντού, την αφοσίωσιν αυτού προς αυτήν και την ευδόκιμον υπηρεσίαν του, προς δε και ότι άνευ ιδίας αμοιβής διδάσκει μαθήματα εν τη Σχολή". Αργότερα, ένας από τους εκτελεστές της διαθήκης του Γ. Ριζάρη, ο Νικόλαος Ράδος, έγραψε πως "ο Σεβασμ. Μητροπολίτης Πενταπόλεως κ. Νεκτάριος Κεφαλάς (…) διευθύνει μέχρι του νυν ως άριστα τα της Σχολής". Επίσης, ο διάδοχός του στη Ριζάρειο, Χρυσόστομος Παπαδόπουλος έγραψε για το έργο του:
Ευτυχώς (…) η Ριζάρειος Σχολή, διά του διευθυντού Μητροπολίτου Πενταπόλεως Νεκταρίου, ένεκα του κύρους αυτού ως Ιεράρχου, επανεύρε την εσωτερικήν αυτής γαλήνη και διά του εκλεκτού αυτής διδακτικού προσωπικού εχώρησε προς τα πρόσω, μετά της συνήθους αυτή μεγάλης πνευματικής επιδόσεως. Ο διευθυντής αποκατέστησε τελείως τον εκκλησιαστικόν χαρακτήρα της εσωτερικής ζωής της Σχολής.
Ο αρχιμ. Ιωακείμ Σπετσιέρης, που είχε φοιτήσει στη Ριζάρειο και πρίν την ανάληψη της διεύθυνσης από τον Άγιο Νεκτάριο, γράφει:
Και είναι αληθές ότι προ του διορισμού του Πενταπόλεωs ωs διευθυντού, η Ριζάρειος Σχολή ευρίσκετο πάντοτε εν ταραχή. Μόλις ομωs ανέλαβε την διεύθυνσιν ούτοs, ειρήνευσεν αύτη κα, έλαβε την κανονικήν της κατεύθυνσιν.
Ο Δανιήλ ο Κατουνακιώτης (1844-1829), αναφερόμενος το 1918 στην εκκλησιαστική εκπαίδευση, αναφέρει ότι ένας από εκείνους που με πολύ ορθόδοξο πνεύμα και χριστιανική μαρτυρία επιτέλεσαν το έργο τους ήταν και ο Πενταπόλεως Νεκτάριος.
Αλλά και ο παλαιός τρόφιμος της Σχολής και κατόπιν Υφηγητής του Πανεπιστημίου Σοφοκλής Λώλης έγραψε:
Επί Νεκταρίου εθραύσθησαν αι αντιδικίαι μεταξύ Υπουργείου και Συμβουλίου της Σχολήs και έπαυσαν αι συχναί, μέχρι λεπτομερειών, επεμβάσεις του Συμβουλίου εις τα καθήκοντα του Διευθυντού και των καθηγητών.
Ειδικότερα:
Θεωρώντας ο Άγιος Νεκτάριος ως κύριο έργο του την καλλιέργεια στους ιεροσπουδαστές ζέουσας πίστης και την εμφύτευση ιερού ζήλου για την ιεροσύνη, ήδη, από τις 16 Ιουνίου 1894, κατά την πρώτη, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, επίσημη ομιλία του, ενώπιον του μητροπολίτη Αθηνών, αρχιερέων, εκπροσώπου του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και των εφόρων της Σχολής, αναφέρθηκε στην αξία του Έλληνα ιερέα και υποδείκνυε πως η Σχολή δεν ήταν δυνατόν να επιτελέσει αποτελεσματικά το ειδικό έργo της, αν δεν λαμβάνονταν μέτρα, ανάμεσα στα οποία και η επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων της ως τον χρόνο της χειροτονίας τους.
Χαρακτηριστικά είναι και τα όσα έλεγε τον Ιούνιο του 1905 στην προσφώνησή του "προς τους αποφοιτώντας εξ αυτής μαθητάs":
Προς υμάς ήδη τουs αποφοιτώντας της Σχολήs στρέφω τον λόγov, προς υμάς τους επ' ευλογίαις απερχομένους του ιερού τούτου καθιδρύματοs, όπερ επί πενταετίαν όλην ως τέκνα φιλόστοργα διέθρεψε, διεπαιδαγώγησε και εξεπαίδευσε. Προς υμάs στρέφω τον λόγον, διότι υμείς εστέ ο καρπός πολυετούs πολυμόχθου φροντίδος κα, αδιαλείπτου μερίμνης του τε Σ. Συμβουλίου, των κυρίων καθηγητών και εμού. Υμείς εστέ το τέλος και ο σκοπός τηs ιεράς ταύτης Εκκλησιαστικής Σχολής, της ιδρυθείσης υπό των αειμνήστων Ριζαρών Μάνθου και Γεωργίου, όπως χορηγή τη Εκκλησία αξίους λειτουργούς και ιερείς του Θεού του Υψίστου. Η Σχολή εξεπλήρωσε το οποίον ανέλαβεν έργον ως προς υμάς μετά πάσης ακριβείας και αγαθής συνειδήσεως. Ήδη απόκειται υμίν να επιστέψητε το έργον της αποστολής της εκθρεψάσης υμάς Σχολής, της υμετέραs ιεράς τροφού, και πληρώσητε ταs προσδοκίας πάντων των υπέρ υμών εργασθέντων, οίτινες ουδέν έτερον παρ' υμών ζητούσιν, ή την πλήρωσιν του έργου, ειs o εκλήθητε, και τηv τήρησιν των υμετέρων υποσχέσεων. Οι υπέρ υμών πονήσαντες ουδέν έτερον εύχονται, ή να ίδωσιν υμάς ημέραν τινά αγαθούς και εναρέτους ιερείs, κοσμούντας τας τάξεις του κλήρου, εργαζομένους υπέρ της Εκκλησίας του Χριστού και πονούνταs υπέρ της εξαπλώσεως του έργου αυτού.
'Οθεν οφείλετε να αναδειχθήτε εν τω βίω της δράσεως άξιοι μεν της Σχολής τρόφιμοι, άξιοι λειτουργοί της Εκκλησίας και των δικαίων τηs Εκκλησίας και της Πατρίδος ικανοί υπέρμαχοι. Εξερχόμενοι της Σχολής ταύτης εισέρχεσθε εν τω σταδίω του ηθικού αγώνος, εν ω οφείλετε να αγωνισθήτε και να νικήσητε. Ο αγών ήδη απέβη κρατερός, διότι προs πολλούs και ισχυρούς πολεμίους της πίστεως και της πατρίδος έχετε να ανταγωνισθήτε, διότι φορά μεν και κατακλυσμός ετεροδόξων προσηλυτιστών κατέχει ήδη σύμπαν το ελληνικόν, ο δε των καθ' ημάς χρόνων υλισμός πανταχού εν τω βίω αγωνίζεται να καθαιρέση τας ιδέας του αληθούς και του δικαίου, του αγαθού και του θεοφιλούς, μεθ' ων αρρήκτως τα του ανθρώπου ιδεώδη και ο πνευματικός βίος συνάπτονται και η αληθής αυτού ευδαιμονία συνδέεται, πλήθος δε παντοίων απαιτητών και διεκδικητών αλλοτρίων της κληρωθείσης ημίν από αιώνων χώραs, εν η έζησε και έδρασεν υπέρ του πολιτισμού της ανθρωπότητος ελληνισμός. Οι εχθροί ούτοι εισίν σήμερον ουχί οι ασυνετώτεροι, ώσπερ πρότερον, αλλά οι κακονούστεροι και εν ταις ενεργείαις αυτών συνετώτεροι. Το πλήθος των πολεμίων και το μέγεθος τηs αξίας των κτημάτων της πίστεως και της πατρίδοs, ων ουδέν τιμιώτερον τω ανθρώπω, επιβάλλει υμίν την υποχρέωσιν τηs αμύνης μετά σθένουs και αυταπαρνήσεως προς διάσωσιν αυτών κινδυνευόντων και παράδοσιν τούτων τοις επιγόνοις σώων και ασφαλών. Προς τοιούτον αγώνα η ιερά αύτη Ακρόπολις, εν η επί πενταετίαν εξεπαιδεύθητε και εγυμνάσθητε, παρεσκεύασεν ικανώς και καθώπλισεν υμάς δι' όλων των αναγκαίων ηθικών και πνευματικών όπλων, όπως επιτυχώς αγωνισθήτε υπέρ του έργου της Εκκλησίας ημών.
Εκ της διδασκαλίας του μαθήματος της Ποιμαντικής έγνωτε την ιερότητα του ιερατικού αξιώματος, τηv περιωπήν της τιμής, τηv μεγάλην αξίαν και το δυσθέατον ύψος αυτού, έγνωτε την θείαν χάριν, ην έχει και μεταδίδωσι, και την υπερφυσικήν αυτού δύναμιν, έγνωτε ότι οι ιερείς εισίν οι του Χριστού στρατιώται, οι το έργον της σωτηρίας απεργαζόμενοι. Έγνωτε ότι οι ιερείς εξ ανθρώπων λαμβανόμενοι υπέρ ανθρώπων καθίστανται τα προς τον Θεόν.
Μη λοιπόν πλανηθήτε εκ τηs ρεούσηs δόξηs του κόσμου, μη απηυδήσητε εν τω έργω της υπομονής και της θλίψεως, ίνα μη στερηθήτε της τιμής της κληρωθείσης υμίν.
Ενδεικτική του αγωνιώδους ενδιαφέροντος του Αγίου για την πληρέστερη κατάρτιση των μαθητών του και την προσέλευσή τους στις τάξεις του ιερού κλήρου, είναι και η επιστολή που είχε απευθύνει στις 4 Ιουνίου 1894 στον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη, στον οποίο έθετε το πρόβλημα και πρότεινε συγκεκριμένες λύσεις, όπως είναι η αναπροσαρμογή της ύλης του σχολικού προγράμματος, η απασχόληση των αποφοίτων ως δασκάλων μέχρι το τριακοστό έτος της ηλικίας τους που θεωρείται ως ο κατάλληλος χρόνος χειροτονίας τους, η ικανοποιητική ρύθμιση των αποδοχών τους ως μορφωμένων ιερέων κ.λπ. Επίσης πρότεινε στη Σχολή την εισαγωγή του μαθήματος των Γεωπονικών, ώστε οι απόφοιτοι να είναι και ευρύτερα ωφέλιμοι στην κοινωνία, αλλά και να μπορούν με τις γνώσεις που θα αποκτούσαν για την καλλιέργεια της γης να βοηθούνται βιοποριστικά, αφού, όπως είναι γνωστό, τότε οι ιερείς δεν μισθοδοτούνταν από το κράτος. Και όλα αυτά ταυτόχρονα με την άοκνη φροντίδα του για τη βελτίωση της διατροφής και την άθληση των ιεροσπουδαστών.
Παράλληλα, δεν έπαυε σε κάθε ευκαιρία να τονώνει περισσότερο και το εθνικό συναίσθημα των ιεροσπουδαστών, αφού πίστευε ειλικρινά, όπως και παραπάνω είδαμε, στην ιδιαίτερη αποστολή του Έλληνα και μάλιστα του Έλληνα ιερέα, χωρίς να παραλείπει να προβαίνει και σε συγκεκριμένες άλλες ενέργειες. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά δύο από αυτές. Η πρώτη: Όταν στις 18 Οκτωβρίου του 1904 έγινε γνωστός ο θάνατος του μακεδονομάχου Παύλου Μελά (13 Οκτωβρίου 1904), έγιναν, εκτός των άλλων, όπως διαπιστώνει κανείς από την ανάγνωση των εφημερίδων της εποχής, και παλλαϊκά μνημόσυνα. Σ' αυτό, που τελέστηκε στις 22 Οκτωβρίου στη μητρόπολη των Αθηνών, παρέστησαν και οι Ριζαρείτες, ενώ, στη συνέχεια, έρανος μεταξύ των καθηγητών και μαθητών της Σχολής υπέρ της Μακεδονίας απέφερε το ποσόν των 155 δρχ. Τέλος, στις 21 Μαίου του 1905 στην εκκλησία της Ριζαρείου έγινε και άλλο μνημόσυνο "υπέρ των εν Μακεδονία πεσόντων". Και η δεύτερη: Με ενέργειές του πέτυχε τη χορήγηση κάθε χρόνο τεσσάρων υποτροφιών σε μαθητές προερχομένους από τη Μ. Ασία, ενώ είχε στενή συνεργασία με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής και πρόεδρο του Μικρασιατικού Συλλόγου "Η Ανατολή" Μαργαρίτη Ευαγγελίδη.
Γενικά, για το πως αντιλαμβανόταν ο Άγιος τον ρόλο του Έλληνα μας πληροφορεί η ομιλία του με θέμα Περί κλήσεως και αποστολής του 'Ελληνος, που έγινε πάλι στη Ριζάρειο, κατά την απονομή των διπλωμάτων των απολυθέντων ιεροσπουδαστών το 1906, εποχή που ο Μακεδονικός Αγώνας βρισκόταν σε έξαρση. Νομίζει κανείς πως ο Άγιος Διευθυντής της μιλάει για τη σημερινή εποχή. Τόνιζε ανάμεσα στα άλλα:
Εν τοις έθνεσιν επεκράτησεν εθνικός τις εγωισμός ζητών να επικρατήση αυτός μεταξύ πάντων, δεν εσεβάσθη ούτε θεία ούτε ανθρώπινα δίκαια και εκήρυξε πόλεμον κατά τε των θείων και ανθρωπίνων δικαίων, ανακηρύξας ως δίκαιον το εαυτού συμφέρον και ωs δικαιοσύνην την εαυτού ισχύν (...) Ο Σταυρός ην και έσται εσαεί τω Έλληνι το σύμβολον των ηθικών και θρησκευτικών αρχών αυτού, υπέρ ων ηγωνίσθη και ας τω αίματι αυτού υπεστήριξεν. Διά του Σταυρού το ελληνικόν έθνος περιεγένετο τον κατακλυσμόν, του κατακλύσαντος τα αρχαία έθνη (...) Το ελληνικόν άρα έθνος οφείλει εν συναισθήσει γενόμενον της κλήσεως και της αποστολήs αυτού να εργασθή πρώτον, όπως τελειωθή αυτό εν σοφία και αρετή, εν τη επιγνώσει των θείων και ανθρωπίνων πραγμάτων, και δεύτερον, όπως εργασθή υπέρ των αδελφών και των πλησίων αυτού, συνεχίζων ούτω το έργον των ευκλεών αυτού προγόνων, των ανεγνωρισμένων ευεργετών της ανθρωπότητος (...) Η πατρίς και η εκκλησία έχει σήμερον υπέρ ποτέ ανάγκην ανδρών αφοσιωμένων εις τας αρχάς του Σταυρού, ανδρών ακαταπονήτων, ανδρών ζώντων ουχί δι' εαυτούς, αλλά διά το γέvos και τηv εκκλησίαν. Εις υμάς, αγαπητοί μαθηταί, προσβλέπει η σχολή και το έθνος και η εκκλησία ημών αναμένει την φιλοπάτριδα εργασίαν και την λόγω και έργω υποστήριξιν των αρχών της αληθείας, των αρχών του δικαίου και των δικαίων της πατρίδος και της εκκλησίας.
Πέρα από όλα αυτά, στην καθημερινή αναστροφή του στη σχολή, απλός και ταπεινός ο Διευθυντής της δεν δίσταζε, δίνοντας το καλό παράδειγμα, ν' ασχοληθεί και ο ίδιος προσωπικά με διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, ακόμα και με την καθαριότητα κοινοχρήστων χώρων, πράγμα που άλλοι ούτε θα διανοούνταν να κάνουν, και αδιαφορώντας αν καμιά φορά μερικοί εκμεταλλεύονταν την καλοσύνη του ή του ζητούσαν ν' ασκήσει τα καθήκοντά του με μεγάλη αυστηρότητα. Η διαμόρφωση του κήπου της σχολής είναι δικό του δημιούργημα. Γράφει ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος: "Κατέστη δυνατόν, δι' ατρύτων αληθώς μόχθων του Διευθυντού, να καλλιεργηθή και διακοσμηθή ο κήποs τηs Σχολήs". Ένας μαθητής της περιόδου 1892-1897 έγραφε αργότερα ότι πολλές φορές ιεροσπουδαστές μελετούσαν "εν τω αγροκηπίω της Σχολής παρά τηv κρήνην του τέως διευθυντού αγίου Πενταπόλεως κ. Νεκταρίου παρά τας αειθαλείς μυρσίνας".
Βασικότατο στοιχείο της σχολικής παιδαγωγικής πράξης o Άγιος θεωρούσε την ύπαρξη έντονης λατρευτικής ζωής. Η Ριζάρειος, που τότε οι διδακτηριακές της εγκαταστάσεις βρίσκονταν, όπως αναφέραμε, στήν οδό Βασιλίσσης Σοφίας (τότε οδός Κηφισίας), είχε γίνει επί των ημερών του σπουδαίο λατρευτικό κέντρο, αφού πολλοί ήταν εκείνοι, που συναγωνίζονταν να προμηθευτούν μια άδεια εισόδου και να παρακολουθήσουν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου τη Θεία Λειτουργία και τις άλλες ιερές ακολουθίες.
Ενδεικτικά αναφέρουμε τα όσα έγραφε η εφημερίδα των Αθηνών "Πρωία" για τον εορτασμό της εκκλησίας και την τέλεση του καθιερωμένου μνημοσύνου υπέρ των Ιδρυτών το 1896:
Εν τω ναώ της Ριζαρείου Σχολής ετελέσθη χθες μετά μεγάλης ευλαβείας και τάξεως το ετήσιον μνημόσυνον των αοιδίμων ιδρυτών αυτής. Το κατάστημα ην μυρτοστόλιστον, αι εικόνες δε του αειμνήστου Γεωργίου Ριζάρη εστεμμέναι δι' ανθέων. Εν τω ναώ παρίστατο το τε διοικητικόν και πολυμελές συμβούλιον της σχολής, οι καθηγηταί, οι μαθηταί και πολλο, άλλοι χριστιανοί. Η ακολουθία εψάλη μετά πολλής της κατανύξεως και μουσικής αρμονίας χοροστατούντος του σεβ. ιεράρχου και ευδοκίμου διευθυντού της σχολής κ. Νεκταρίου και βοηθούντος του διακεκριμένου μουσικού κ. Σακελλαρίδου διά του πολυτίμου ταλάντου του εξαίροντος τας ψυχάς των εκκλησιαζομένων μέχρι τον θείου ύψους. Πάντες οι μαθηταί ευγνωμονούντες ήνουν τον Θεόν και τους μεγάλους ιδρυτάs υπέρ των ψυχών των οποίων πάντες απερχόμενοι του Ναού και της Σχολής διαπύρως ηύχοντο.
Σ' αυτά ας προστεθούν και οι κατά καιρούς διαλέξεις, που γίνονταν σ' αυτή από σπουδαίους επιστήμονες και οι οποίες ανέβαζαν σημαντικά το κύρος της και την έκαναν ακτινοβόλο πνευματικό ίδρυμα. Επίσης μεγάλη υπήρξε η φροντίδα του Αγίου και για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης της Σχολής. Σώζεται, π.χ., έγγραφο του Σχολάρχη, με το οποίο ευχαριστεί τον υποπρόξενο της Αμερικής και έφορο της Ριζαρείου σχολής Λ. Νικολαίδη για τη δωρεά 479 βιβλίων, ενώ ταυτόχρονα του στέλνει κι αυτός ως αντίδωρο, για να τα διαθέσει κατά βούλησιν από πέντε αντίτυπα των βιβλίων του Ιερά Κατήχησις, Ποιμαντική και Επικαί και ελεγειακαί γνώμαι.
Επιπλέον ο ίδιος, πέρα από τη διαρκή και γνήσια συμμετοχή του στις εκκλησιαστικές συνάξεις, προσευχόταν αέναα για τους νεαρούς βλαστούς της Ριζαρείου. Έγραψε παλαιός μαθητής:
Τας δε νυκτερινάς ώρας, ότε η Σχολή ησύχαζε τελείως και οι πάντες εκοιμώντο, ελέγετο ότι ο Νεκτάριος κατήρχετο εκ του δωματίου του και εξήρχετο της Σχολής και εκεί έξω χαμηλά εις την νοτίαν έξοδον της Σχολής, κατά τον κήπον, υπό παντοίας καιρικάς συνθήκας γονυπετής προσηύχετο επί μακρόν πλησίον του φυλασσομένου διά σιδηρού κιγκληδώματος μικρού χώρου, όπου ήτο φυτευμένος φοίνιξ. Εις τον χώρον τούτον ήτο άλλοτε μικρόν παρεκκλήσιον.
Την όλη αγαθή επιρροή του Αγίου επάνω στους μαθητές επιμαρτυρούν και οι τρόφιμοι της Σχολήs , πολλοί από τους οποίους διακρίθηκαν ως επίσκοποι, πρεσβύτεροι, καθηγητές Πανεπιστημίου, καθηγητές μέσης εκπαίδευσηs, δάσκαλοι, δημόσιοι υπάλληλοι, επιχειρηματίες, κλπ. Ενδεικτικά μνημονεύουμε, σημειώνοντας και τον χρόνον που φοίτησαν στη Ριζάρειο, τους επισκόπους Κίτρους Παρθένιον Βάρδακα (1894-1895), Κισάμου και Σελίνου Άνθιμο Λελεδάκη (1894-1895), Πάφου Ιάκωβο Αντζουλάτο (1894-1897), Τρίκκης και Σταγών Πολύκαρπο Θωμά (1894-1897), Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεωs Γερμάνο Χατζηανέστη (1895-1899), Αρδαμερίου Καλλίνικο Κρεατσούλη(1896-1901), Βερατίου και κατόπιν αρχιεπίσκοπον Αλβανίας Χριστόφορο Κίσση (1897-1898), Δρυινουπόλεως Χριστόφορο Χατζή (1900-1907), Φωκίδος Αθανάσιο Παρίση (1903-1908), Αργολίδοs Ιωάννη Παπασαράντου (1904-1908), Περιστεράς Ευστάθιο Σκάρπα (1904-1908), Καρυστίας, και Σκύρου Ανανία Μάνο (1907-1908) και Πέτρο Τζοβάνη επίσκοπο στην Αλβανία, που μετά την εγκατάσταση του κομμουνιστικού καθεστώτος του Χότζα εκτελέστηκε, τους αρχιμανδρίτες Ιωακείμ Σπετσιέρη (1894-1897) και Γερβάσιο Παραασκευόπουλο (1905- 1907), τους πρεσβυτέρους Κωνσταντίνο Ρωμανό (1895-1898), Νικόλαο Μυλωνά (1896-1901), Μάρκο Τσακτάνη (1902-1908), Άγγελο Νησιώτη (1904-1908), Ηλία Μπερτόλη (1904-1908) και Θεμιστοκλή Παπακωνσταντίνου (1904-1908), τους θεολόγους πανεπιστημιακούς καθηγητές και ακαδημαϊκούς Γεώργιο Σωτηρίου (1895-1899), Νικόλαο Λούβαρη (1900-1903) και Παναγιώτη Παπαϊωάννου - Μπρατσιώτη (1902 -1907), τον καθηγητή της φιλοσοφίας Χαράλαμπο Γιερό (1903-1907) κ. ά.

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΓΝΩΜΗΣ
(Από τον φοιτητή Θεολογίας κ. Σοφό Μιχάλη)

Δεν θα παύση η Αγία του Χριστού Ορθόδοξος Εκκλησία, να αναδεικνύη αγίους έως της συντελείας του αιώνος. Χαίρει η Εκκλησία διά τους νεοφανείς αγίους, εξαιρέτως δε, διά το νέκταρ το γλυκύτατον της εναρέτου ζωής, το πολύτιμον σκεύος των δωρεών του Παναγίου Πνεύματος, τον Θεοφόρον Ιεράρχη, τον Άγιον Νεκτάριον επίσκοπον, Πενταπόλεως.
Ο Άγιος του Θεού, γεννήθηκε την 1 Οκτωβρίου του 1846 στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης κι έλαβε το όνομα Αναστάσιος. Οι γονείς του ήταν ο Δημοσθένης Κεφάλας κι η Μαρία Κεφαλά. Η μητέρα του ήταν πολύ ευσεβής και όταν ο Άγιος ήταν πέντε ετών του δίδαξε τον ν' ψαλμό του Δαβίδ. Όταν ο Αναστάσιος έφθανε στον στίχο " διδάξω ανόμους τας οδούς σου" τον επαναλάμβανε πολλές φορές, σαν να ήξερε πόσο καθοριστικός θα ήταν ο ρόλος του αργότερα.
Για λόγους οικονομικούς αφού τελείωσε το Δημοτικό και το Σχολαρχείο στην πατρίδα του, έφυγε σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών για την Κωνσταντινούπολη, και προσελήφθη ως υπάλληλος σε συγγενικό κατάστημα με μόνη αμοιβή στέγη και τροφή. Παρά τις δύσκολες συνθήκες βρίσκει καταφύγιο στη μελέτη, τη μόνιμη στη ζωή του συντροφιά και, μάλιστα, όσα από τα ρητά τα θεωρούσε ωφέλιμα για τους αγοραστές του, τα σημείωνε στα περιτυλίγματα του καπνού. Αργότερα εργάστηκε ως παιδονόμος στο Αγιοταφικό Μετόχι της Πόλης, όπου διευθυντής ήταν ο θείος του. Αγαπούσε και συμμετείχε σχεδόν κάθε ημέρα στις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Ο πόθος διά την Μοναχική Πολιτεία ήταν διακαής.
Το 1868 σε ηλικία είκοσι ετών φεύγει από την Πόλη και μεταβαίνει στην Χίο και υπηρετεί ως γραμματοδιδάσκαλος στο Λιθί, έως το 1873, όπου προσέρχεται στην Νέα Μονή και μετά από τριετή δοκιμασία λαμβάνει στις 7 Νοεμβρίου 1876 το αγγελικό σχήμα με το όνομα Λάζαρος. Στις 15 Ιανουαρίου (ημέρα της βαπτίσεώς του) το 1877 χειροτονείται διάκονος από τον μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο και μετονομάζεται σε Νεκτάριο. Στην Χίο φοιτά στο Γυμνάσιο, αλλά ο σεισμός του 1881 τον αναγκάζει να έρθει στην Αθήνα, όπου στο Βαρβάκειο δίνει τις απολυτήριες εξετάσεις, ως κατ' οίκον διδαχθείς και παίρνει το απολυτήριο
Το 1881 ταξιδεύει στην Αλεξάνδεια, όπου συναντά τον πατριάρχη Σωφρόνιο, ο οποίος τον παροτρύνει να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, κάτι που γίνεται εφικτό με την οικονομική υποστήριξη των αδελφών Χωρέμη. Το 1882 πήρε την υποτροφία του κληροδοτήματος Α.Γ. Παπαδάκη. Πήρε το πτυχίο του τον Οκτώβριο του 1885 με βαθμό "καλώς".
Στις 23 Μαρτίου του 1886 χειροτονείται πρεσβύτερος από τον Αλεξανδρείας Σωφρόνιο. Στις 6 Αυγούστου του ιδίου έτους χειροθετείται Μέγας Αρχιμανδρίτης και Πνευματικός και τοποθετείται στην Πατριαρχική Αντιπροσωπεία Καΐρου. Εργάζεται συνεχώς με ζήλο και αυταπάρνηση. Η Εκκλησία της Αλεξανδρείας τον αμείβει με το ύπατο αξίωμα. Στις 15 Ιανουαρίου του 1889 χειροτονείται μητροπολίτης Πενταπόλεως, στον Άγιο Νικόλαο Καΐρου (ο οποίος ανακαινίστηκε ριζικώς υπό του Αγίου), από τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, τον πρώην Κερκύρας Αντώνιο και τον Σιναίου Πορφύριο. Ως μητροπολίτης συνέχισε να ασκεί τα ίδια καθήκοντα, χωρίς μάλιστα να πληρώνεται, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης του Πατριαρχείου. Έλαβε ενεργό μέρος για τις εκδηλώσεις της 50ετηρίδος της αρχιερατείας του ευεργέτη και προστάτη του Πατριάρχη, που έμελλε να γίνει διώκτης του. Με μεγάλη ταπείνωση δέχτηκε το αξίωμα της αρχιερωσύνης και είναι αξιοσημείωτο να αναφέρωμεν τι έλεγε προς τον Κύριο: "Κύριε διατί με ανύψωσες εις τοσούτον μέγα αξίωμα; Εγώ σου εζήτησα να γίνω μόνον Θεολόγος κι όχι Μητροπολίτης. Εκ νεαράς ηλικίας Σου εζήτησα να γίνω ένας απλός εργάτης του Θείου Λόγου Σου, και Συ, Κύριε, τώρα με δοκιμάζεις με τόσα πράγματα. Αλλ' υποτάσσομαι, Κύριε, εις το θέλημα Σου, και δέομαι: καλλιέργησε εντός μου την ταπεινοφροσύνην και τον σπόρον των λοιπών αγίων αρετών, δι' ων τρόπων γνωρίζεις, και αξίωσόν με να ζήσω πάσας τας επί γης ημέρας μου συμφώνως προς τους λόγους του μακαρίου Παύλου, όστις λέγει: "Ζω Δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός". Και ο Κύριος εισάκουσε τη δέηση του ταπεινού Ιεράρχου. Οι αρετές του Αγίου διεδόθηκαν παντού και όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το θησαυρό που τους χάρισε ο Θεός. Όμως ο δημιουργός της κακίας, ο διάβολος, δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του. Πράγματι κάποιοι φιλόδοξοι κληρικοί που είχαν εισχωρήσει στο περιβάλλον του ενενηντάχρονου Πατριάρχη διέβαλαν τον Άγιο ότι δήθεν ξεσηκώνει το λαό και επιδιώκει να αναλάβει τον Θρόνο της Αλεξανδρείας. Μάλιστα υπαινίχθησαν και ηθικές παρεκτροπές του δικαίου Νεκταρίου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την παύση του Αγίου από τη Διεύθυνση του Πατριαρχικού Γραφείου και … του επέτρεπαν να λαμβάνει μέρος τροφής εν τη κοινή τραπέζη μετά των ιερέων και να διαμένει στο οίκημα της Πατριαρχικής Επιτροπείας. Μετ' ολίγον αποπέμπεται από την Αίγυπτο με την αιτιολογία " μη δυνειθείς να εξοικειωθή προς το κλίμα της Αιγύπτου". Μάταια ζήτησε να συναντήσει τον Πατριάρχη. Οι πιστοί εθλίβησαν που στερήθησαν τον " συμπαθέστατον των Αρχιερέων και τον αγαθώτατον και δραστηριώτατον των κληρικών".
Εδέχθη ο θείος πατήρ την αδικίαν ταύτην και πικρή δοκιμασία εν πολλή ευχαριστία προς τον Κύριον και ανεχώρησε από την Αίγυπτο κι ήλθε στην Αθήνα το 1889, χωρίς χρήματα και απογοητευμένος αναζητώντας εργασία, αδυνατώντας να πληρώσει ακόμη και τα ενοίκια στην Νεάπολη (Εξάρχεια). Μετά από αγώνες καταφέρνει να πάρει μία θέση ιεροκήρυκος στην Εύβοια. Τον Ιούλιο του 1893 μετατίθεται στην νομό Φθιωτοφωκίδος όπου εργάζεται ακάματα για μόλις έξι μήνες, αφήνοντας άριστες εντυπώσεις. Τον Μάρτιο του 1894 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Εργάζεται με ζήλο Θεού για την εμφύτευση του ιερού ζήλου της ιεροσύνης στους ιεροσπουδαστές του, αλλά και την επαγγελματική τους αποκατάσταση, την αναμόρφωση του αναλυτικού προγράμματος της σχολής, ακόμη και για την καλυτέρευση του φαγητού και την άθληση. Κατάφερε να χορηγούνται τέσσερις υποτροφίες κάθε χρόνο για μαθητές προερχόμενους από τη Μικρά Ασία. Το κυριότερο είναι ότι αποτελεί για αυτούς ένα ζωντανό παράδειγμα. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη λατρευτική ζωή και ανέδειξε ως λατρευτικό κέντρο το ναό του Αγίου Γεωργίου της Ριζαρείου και τη σχολή πνευματικό ίδρυμα προσκαλώντας επιστήμονες να δίνουν διαλέξεις. Η προσευχή του ήταν το σημαντικότερο λίπασμα για την άνθηση της σχολής. Παράλληλα ασκούσε και λειτουργικό, κηρυκτικό, εξομολογητικό και φιλανθρωπικό έργο. Σχετίζεται με τον παπα-Πλανά και παίρνει μέρος στις αγρυπνίες στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισαίου όπου έψαλαν οι Παπαδιαμάντης και Μωραϊτίδης. Τον Ιούλιο του 1898 επισκέπτεται για πρώτη φορά το Άγιο Όρος. Διέμεινε για ένα μήνα και επισκέφτηκε τα κυριότερα μοναστήρια και σκήτες. Συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Γέροντα Δανιήλ με τον οποίο διατήρησε μία πολύχρονη φιλία. Επίσης συνεδέθη με τον π. Ιερώνυμο Σιμωνοπετρίτη ο οποίος αργότερα διαδέχθηκε τον Άγιο Σάββα της Καλύμνου στην πνευματική καθοδήγηση της μονής στην Αίγινα. Το επόμενο καλοκαίρι (Αύγουστος 1898) ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και την γενέτειρά του Σηλυβρία. Είχε την ευκαιρία να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας της Σηλυβριανής και τους τάφους των γονέων του. Το 1904 έγινε πραγματικότητα η επιθυμία του για ίδρυση γυναικείας μοναστικής αδελφότητος, αρχικά αποτελουμένης από τέσσερις αδελφές. Ο Άγιος δεν έπαυε να τις κατευθύνει πνευματικά, να τις στηρίζει ηθικά και οικονομικά. Στις 7 Φεβρουαρίου του 1908 υπέβαλε την παραίτησή του από τη διεύθυνση της Ριζαρείου λόγω ασθενείας.
Αφοσιώνεται στην καθοδήγηση των μοναχών, στην ανοικοδόμηση της μονής, στη συγγραφή και στην πνευματική και οικονομική στήριξη των αδυνάτων κατοίκων του. Οι δοκιμασίες όμως δεν σταμάτησαν. Για ποικίλους λόγους η επίσημη αναγνώριση της μονής δεν ήλθε παρά μόνο όταν ο Άγιος είχε κοιμηθεί. Επιπλέον, κατηγορήθηκε για ανηθικότητα από τη μητέρα μίας κοπέλας που κατέφυγε στη μονή να μονάσει. Όλες αυτές τις δοκιμασίες τις βίωνε με απόλυτη εμπιστοσύνη στο Θεό και είναι χαρακτηριστικό πως μία από τις προσφιλείς ασχολίες του ήταν η φιλοτέχνηση σταυρών στους οποίους έγραφε " Σταυρός μερίς του βίου μου".
Η υγεία του Αγίου ήταν πάντα εύθραυστη. Από τις αρχές του 1919 η πάθηση του προστάτη άρχισε να επιδεινώνεται. Μετά από παράκληση των μοναχών εισάγεται στις 20 Σεπτεμβρίου στο Αρεταίειο νοσοκομείο των Αθηνών, όπου νοσηλεύτηκε για πενήντα ημέρες. Την Κυριακή 8 Νοεμβρίου του 1920, προς το μεσονύκτιο παρέδωσε πλήρης ουρανίου γαλήνης την μακαρία ψυχή του εις χείρας Θεού ζώντος, τον οποίο αγάπησε εκ νεότητος και δι' όλου του βίου εδόξασεν, σε ηλικία 74 ετών. Το τίμιο λείψανο του Αγίου ευωδίαζε και ευώδες μύρον έκβλυζε από το πρόσωπό του. Αυθημερόν μεταφέρθηκε στην Αίγινα, στο Μοναστηράκι του κι εψάλη η εξόδιος ακολουθία και ετάφη εν συρροή κλήρου και λαού.
Ο τάφος του ανοίχτηκε επανειλημμένα κατά τα επόμενα χρόνια και για είκοσι και πλέον έτη το σώμα του ήταν σώον και αδιάφθορον, εκχέον την άρρητον ευωδίαν της αγιότητος ως μυροθήκη του Αγίου Πνεύματος. Αλλ' ύστερον διελύθη, κρίμασιν οις οίδεν ο Θεός, ως διελύθησαν πολλά αδιάφθορα λείψανα αγίων. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953 έγινε η ανακομιδή των χαριτόβρυτων λειψάνων του, υπό του Μητροπολίτη Ύδρας Προκοπίου, παρισταμένων και άλλων κληρικών, μοναχών και πλήθους λαού. Μια άρρητη ευωδία πλημμύρισε την περιοχή. Το 1961 έγινε η επίσημος αναγνώρισις του Αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
"Μέγας ο Κύριος ημών και της μεγαλοσύνης Αυτού ουκ έσται πέρας, ο δοξάζων τους δοξάσαντας αυτού" ως αψευδώς επηγγήλατο. Όντως ο Άγιος Νεκτάριος είναι ο Άγιος του αιώνος μας, ο γλυκύς, ο πράος, ο ανεξίκακος, ο ταπεινός και διά τούτο έλαβε και λαμβάνει τόση χάρη από τον Κύριος της Δόξης. Ο συμπαθής Άγιος να παρέχει ενί εκάστω, εν παντί και πάντοτε την πατρική και σωστική αντίληψίν του και βοήθειαν. Αμήν.