Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Περί Ελεημοσύνης

     Ένας άγιος Γέροντας έμενε με τον υποτακτικό του σε μια καλύβη, όχι μακριά από ένα κεφαλοχώρι. Κάποτε έπεσε στον τόπο μεγάλη δυστυχία κι ο φτωχός κόσμος πέθαινε σχεδόν από την πείνα. Πολλοί στην απελπισία τους πήγαιναν και κτυπούσαν στην καλύβη του ερημίτη. Εκείνος πάλι, που ήταν πολύ ελεήμων, έδινε με την καρδιά του απ’ ό,τι τύχαινε να έχει. Ο υποτακτικός όμως που έβλεπε με τρόπο το ψωμί τους να λιγοστεύει, είπε μια μέρα στενοχωρημένος στο Γέροντα:
-Αββά, δε μου ξεχωρίζεις τα ψωμιά που μου αναλογούν, κι από δω και πέρα μοίραζε από τα δικά σου ελεημοσύνη. Έτσι όπως πάμε τώρα, γρήγορα θα πεινάσουμε κι οι δυο.
     Ο αγαθός Γέροντας χώρισε τα ψωμιά του υποτακτικού του, χωρίς να πει τίποτα κι εξακολούθησε να δίνει από τα δικά του στους φτωχούς. Μα κι ο Θεός που είδε την καλή του προαίρεση τα ευλόγησε, κι όσο εκείνος έδινε, τόσο αυτά επληθύνονταν.
     Ο υποτακτικός στο μεταξύ έφαγε τα δικά του. Όταν πια δεν του έμειναν παρά λίγα ψίχουλα, πήγε στον Γέροντα του και τον παρακαλούσε να τρώνε πάλι μαζί. Εκείνος τον δέχτηκε χωρίς να φέρει αντίρρηση. Τώρα όμως είχαν αυξηθεί και οι ζητιάνοι, κι ο υποτακτικός άρχισε πάλι να δυσανασχετεί. Ο υποτακτικός κατσούφιασε.
-Δώσε του ένα καρβέλι, πρόσταξε ο Γέροντας, που έκανε πως δεν είδε το μορφασμό του.
-Μου φαίνεται πως δεν έχουμε πια να φάμε ούτε εμείς. Είπε φωναχτά ο υποτακτικός, για να τον ακούσει κι ο ζητιάνος.
-Πήγαινε και ψάξε καλά, πρόσταξε ο Γέροντας.
     Σηκώθηκε εκείνος απρόθυμα να πάει στο κελλαρικό. Μα τρόμαξε ν’ ανοίξει την πόρτα. Το βρήκε γεμάτο ως επάνω από καλοψημένα φρέσκα καρβέλια!
     Από την ημέρα εκείνη απόκτησε μεγάλη εμπιστοσύνη στον άγιο Γέροντά του κι έγινε πρόθυμος στο ν’ ανακουφίζει τους φτωχούς.
*****
    Ένας καλός ιερέας κάθε Κυριακή μετά τη Λειτουργία μάζευε τους φτωχούς της ενορίας του και τους μοίραζε τα χρήματα, που μάζευε το «κιβώτιο των πτωχών».
      Μια Κυριακή πήγε μία γυναίκα με παλιά ξεσκισμένα ρούχα με ύφος κακομοίρικο. Ο Ιερέας τη λυπήθηκε. Έβαλε το χέρι του στο κιβώτιο με την πρόθεση να της δώσει όσα χρήματα χωρούσε η παλάμη του. όταν το τράβηξε έξω, είδε πως είχε πιάσει λίγα κέρματα. Βιάστηκε να της τα δώσει, γιατί πίσω της περίμενε άλλη να πάρει φιλοδώρημα. Αυτή φορούσε περιποιημένα φορέματα. Ο ιερέας σκέφτηκε πως ήταν από κείνες που χωρίς λόγο ζητιανεύουν. Θα της έδινε λίγα, για να μην την αφήσει να φύγει έτσι και τής έμενε η ντροπή. Έβαλε πάλι το χέρι του στο κιβώτιο κι η χούφτα του γέμισε χρυσά νομίσματα.
     Σαν ευλαβής που ήταν κατάλαβε τη θεία επέμβαση. Ζήτησε λοιπόν πληροφορίες και για τις δύο εκείνες γυναίκες. Έμαθε τότε πως η μία που φαινόταν καλοντυμένη, ήταν από καλή οικογένεια, που τελευταία από διάφορα ατυχήματα φτώχυνε και υπέφερε πολύ. Από αξιοπρέπεια φορούσε περιποιημένα ρούχα. Η άλλη έβαζε κουρέλια, όταν έβγαινε να ζητιανέψει, για να της δίνουν ευκολότερα.
*****
     Υπάρχουν άνθρωποι, έλεγε ένας Γέροντας, που ενώ είναι πρόθυμοι να δίνουν ελεημοσύνη στους πτωχούς, ο πονηρός τους κάνει να ακριβολογούν στα ελάχιστα, για να τους αφαιρεί το μισθό της αγαθοεργίας.
     Έτυχε να επισκεφθώ κάποτε ένα φίλο μου ιερέα, την ημέρα που μοίραζε ελεημοσύνη στους πτωχούς της ενορίας του. Ήρθε κατά σύμπτωση μία πτωχή χήρα και παρακάλεσε να της δώσει λίγο σιτάρι.
-Φέρε το σακούλι σου να σου βάλω, της είπε ο ιερέας.
     Η γυναίκα το έφερε.
-Πολύ μεγάλο είναι, ευλογημένη, της είπε κάπως απότομα ο φίλος μου.
     Εκείνη έγινε κατακόκκινη από την ντροπή της, ίσως γιατί ήταν κι ένας ξένος μπροστά σ’ αυτήν την προσβολή. Σαν έφυγε ρώτησα το φίλο μου:
-Δε μου λες, Πάτερ, το πούλησες στη γυναίκα το σιτάρι;
-Όχι, το χάρισα. Είναι από τις ελεημοσύνες.
-Αφού λοιπόν ήταν ελεημοσύνη, του είπα, ποια η ανάγκη ν’ ακριβοεξετάζεις το μέτρο και να λυπήσεις τη φτωχή; Μη ξεχνάς άλλωστε τα λόγια του μακαρίου Παύλου, «ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός».


Περί ανεξικακίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΣΤ΄
Περί ανεξικακίας


4. Είπε ο αββάς Ζήνων:
«Εκείνος που θέλει ν΄ ακούσει γρήγορα ο Θεός την προσευχή του, μόλις σταθεί όρθιος και υψώσει τα χέρια του για να προσευχηθεί προς το Θεό, πριν απ΄ όλα και προτού ακόμα ευχηθεί για τη δική του ψυχή, ας προσευχηθεί από τα κατάβαθα της ψυχής του για τους εχθρούς του. Και μ΄ αυτή του την πράξη, για ότι κι αν παρακαλέσει το Θεό, θα εισακουστεί».
6. Ενώ καθόταν κάποτε ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός μπροστά από την εκκλησία, τον περιτριγύρισαν οι αδελφοί και του εμπιστεύονταν τους λογισμούς τους. Τον είδε κάποιος απ΄ τους Γέροντες και επειδή πολεμήθηκε από φθόνο, του είπε:
«Το κανάτι σου, Ιωάννη, είναι γεμάτο δηλητήριο».
Και ο αββάς Ιωάννης του είπε:
«Έτσι είναι, αββά. Και αυτό το είπες, γιατί βλέπεις μόνο τα έξω. Και τι δεν θα είχες ακόμη να πεις, αν έβλεπες και τα μέσα;»
8. Είπε ο αββάς Ποιμήν για τον αββά Ισίδωρο ότι, όταν μιλούσε στους αδελφούς στην εκκλησία, αυτόν τον λόγο μόνο έλεγε:
«Αδελφοί, συγχωρήστε και θα συγχωρηθούν και οι δικές σας αμαρτίες».
17. Είπε ο αββάς Ποιμήν:
«Οποιαδήποτε ταλαιπωρία κι αν πέσει επάνω σου, θα τη νικήσεις με τη σιωπή».
18. Ακόμα είπε:
«Η πονηρία δεν εξουδετερώνει καθόλου την πονηρία, αλλά, εάν κάποιος σου κάνει κακό, εσύ ευεργέτησέ τον, για να εξαφανίσεις την κακία με τα καλά έργα».
19. Άκουσε ο αββάς Ποιμήν για κάποιον που έτρωγε κάθε έξι ημέρες, διότι οργιζόταν.
Και είπε ο Γέροντας:
«Έμαθε να σηκώνει το βάρος της νηστείας των έξι ημερών και δεν έμαθε να διώχνει την οργή του».
22. Κάποιος αδελφός, που αδικήθηκε από άλλον αδελφό, ήλθε στον αββά Σισώη και του είπε:
«Αδικήθηκα από κάποιον αδελφό και θέλω να πάρω πίσω το δίκιο μου».
Ο Γέροντας όμως τον παρακαλούσε λέγοντας:
«Μη, τέκνον, καλύτερα άφησέ το στο Θεό το θέμα του δίκιου σου».
Κι εκείνος επέμεινε:
«Δεν θα σταματήσω την υπόθεση, ώσπου να πάρω το δίκιο μου πίσω».
Τότε ο Γέροντας του είπε:
«Ας σηκωθούμε για προσευχή, αδελφέ».
Και, αφού σηκώθηκε, είπε ο Γέροντας:
«Θεέ δεν σ΄ έχουμε πλέον ανάγκη να φροντίζεις για μας, γιατί εμείς οι ίδιοι παίρνουμε πίσω το δίκιο μας».
Μόλις λοιπόν το άκουσε αυτό ο αδελφός, έπεσε στα πόδια του Γέροντα λέγοντας:
«Συγχώρεσέ με, αββά, δεν θα ζητήσω πλέον το δίκιο μου από τον αδελφό».
29. Πήγαν κάποτε στο ασκητήριο ενός Γέροντα ληστές και του είπαν:
«Έχουμε έλθει να σου πάρουμε όσα έχεις στο κελί σου».
Κι εκείνος είπε:
«Πάρτε όσα νομίζετε, παιδιά μου».
Πήραν λοιπόν όσα βρήκαν στο κελί, ξέχασαν όμως ένα σακούλι που ήταν εκεί κρεμασμένο.
Το πήρε λοιπόν ο Γέροντας κι έτρεχε από πίσω τους φωνάζοντάς τους και λέγοντας:
«Παιδιά, πάρτε αυτό που ξεχάσατε στο κελί σας».
Κι εκείνοι, επειδή θαύμασαν την αγαθότητα του Γέροντα, έβαλαν στη θέση τους όλα τα πράγματα του κελιού και μετανιωμένοι έλεγαν μεταξύ τους:
«Πραγματικά αυτός είναι άνθρωπος του Θεού».
39. Είπε ένας από τους Πατέρες:
«Εάν κάποιος σε κακολογήσει, εσύ πες του καλά λόγια. Εάν τα δεχθεί, θα είναι καλό και για τους δύο. Εάν πάλι δεν τα δεχθεί, αυτός θα λάβει από τον Θεό για τα υβριστικά του λόγια κι εσύ για τα καλά σου λόγια».
40. Είπε Γέροντας:
«Εάν κάποιος θυμηθεί αυτόν που τον έθλιψε ή τον περιφρόνησε ή τον κακολόγησε ή τον έβλαψε, οφείλει να τον φέρνει στη μνήμη του σαν γιατρό σταλμένο απ΄ τον Χριστό. Και έχει χρέος να τον θεωρεί ευεργέτη του.
Διότι το ότι στενοχωρείσαι, είναι χαρακτηριστικό άρρωστης ψυχής, αν δεν ήσουν άρρωστος, δεν θα σε πείραζε. Οφείλεις να χαίρεσαι με τον αδελφό, διότι αυτός σου φανέρωσε την αρρώστια σου, και να εύχεσαι γι αυτόν ωσάν να πρόκειται για ένα θεραπευτικό φάρμακο που σου το ΄στειλε ο ίδιος ο Χριστός. Αν όμως νιώθεις μίσος γι αυτόν, είναι σαν να λες μέσα σου κατά του Χριστού:
Δεν θέλω να δεχτώ τα φάρμακά σου, θέλω να σαπίσω μέσα στα τραύματά μου».
41. Είπε άλλη φορά:
«Αυτός που θέλει να γιατρευτεί απ΄ τα φοβερά τραύματα της ψυχής, προκειμένου ν΄ απαλλαγεί απ΄ την αρρώστια, οφείλει να υπομένει όσα θα του κάνει ο γιατρός. Γιατί ούτε κι αυτός που πάσχει σωματικά δέχεται ευχαρίστως να τον κόβουν ή να τον καυτηριάζουν ή να πάρει καθαρτικό, αλλά και μόνο πού τα θυμάται αηδιάζει. Όμως πείθει τον εαυτό του πώς χωρίς αυτό του είναι αδύνατον ν΄ απαλλαγεί απ΄ την αρρώστια. Και υπομένει όσα του κάνει ο γιατρός, γιατί γνωρίζει πώς δοκιμάζοντας προσωρινά κάτι όχι ευχάριστο, θα απαλλαγεί απ΄ την μακροχρόνια ασθένεια.
Όργανο του Χριστού που καυτηριάζει είναι αυτός πού σε προσβάλλει ή σε κακολογεί και σε απαλλάσσει απ΄ την κενοδοξία.
Καθαρτικό που σου στέλνει ο Χριστός είναι αυτός που σου προκαλεί υλική ζημία, γιατί σε απαλλάσσει απ΄ την πλεονεξία.
Και αυτός που αποφεύγει έναν πειρασμό απ΄ τον οποίο θα έχει ωφέλεια, αποφεύγει ζωή αιώνια.
Και ποιος άλλος χάρισε στον Άγιο Στέφανο τέτοια δόξα, σαν αυτή που απέκτησε απ΄ αυτούς που τον λιθοβόλησαν;»
42. Άλλη φορά είπε:
«Εγώ δεν κατακρίνω αυτούς που με κατηγορούν, αλλά τους αποκαλώ ευεργέτες μου. Κι ούτε πάλι κάνω πέρα τον γιατρό των ψυχών την ώρα που προσφέρει το φάρμακο της ατιμίας στην κενόδοξη ψυχή μου».
43. Είπε ένας Γέροντας:
«Βλέπουμε τον σταυρό του Χριστού, διαβάζουμε για τα πάθη του, κι όμως εμείς δεν σηκώνουμε καμία προσβολή».
Είναι ανάγκη πάντοτε να είμαστε νηφάλιοι
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄
Είναι ανάγκη πάντοτε να είμαστε νηφάλιοι


3. Είπε ο αββάς Αντώνιος:
"Αυτός που χτυπάει τη μάζα του σιδήρου, πιο μπροστά βάζει στο μυαλό του τι πρόκειται να κάνει, δρεπάνι, μαχαίρι, τσεκούρι;Έτσι και εμείς οφείλουμε να έχουμε στο μυαλό μας ποια αρετή επιδιώκουμε, για να μην πάει χαμένος ο κόπος μας".
4. Ένας αδελφός παρακάλεσε τον αββά Αρσένιο να ακούσει απ΄το στόμα του κάποιον λόγο.
Και ο Γέροντας είπε:
"Να αγωνίζεσαι μ΄όλη σου τη δύναμη για να γίνεται η εσωτερική σου εργασία όπως τη θέλει ο Θεός, και έτσι θα κυριαρχήσεις και στα πάθη που εκδηλώνονται εξωτερικά".
5. Είπε επίσης:
"Αν αναζητήσουμε τον Θεό, θα μας εμφανισθεί και, αν τον κρατήσουμε, θα μείνει μαζί μας".
6. Έλεγε ο αββάς Δανιήλ:
"Με κάλεσε κάποια φορά ο αββάς Αρσένιος και μου είπε:
"Ανάπαυσε τον πατέρα σου, ώστε, όταν απέλθει στον Κύριο, να τον παρακαλέσει για χάρη σου και να έχεις προκοπή"".
7. Είπε ο αββάς Αγάθων:
"Ο μοναχός δεν πρέπει να αφήσει τη συνείδησή του να τον κατηγορήσει σε καμία περίπτωση".
8. Είπε επίσης ότι:
"χωρίς την τήρηση των εντολών του Θεού, δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει ο άνθρωπος ούτε σε μια αρετή".
9. Είπε άλλη φορά:
"Είναι ανάγκη ο άνθρωπος να έχει όλη την ώρα στραμμένη τη σκέψη του στο ότι θα τον κρίνει ο Θεός".
14. Είπε ο αββάς Αλώνιος:
"Εάν ο άνθρωπος δεν πει μέσ΄στην καρδιά του ότι σ΄αυτόν τον κόσμο εγώ μόνον και ο Θεός είμαστε, δεν θα βρει ανάπαυση".
15. Είπε επίσης:
"Εάν θέλει ο άνθρωπος, από το πρωί ως το δειλινό φθάνει σε μέτρα θεϊκά".
18. Είπε ο αββάς Ησαϊας:
"Η ολιγωρία και το ότι κατακρίνουμε κάποιον με τον λογισμό μας, δεν μας αφήνουν να δούμε το φως του Θεού".
22. Είπε ο αββάς Πέτρος:
"Όποιος αναζητεί τον Κύριο με πόνο καρδιάς, θα εισακουσθεί αυτός, και ό,τι ζητήσει με επίγνωση και φροντίδα και πόνο καρδιάς, ελεύθερος από κάθε τι κοσμικό και φροντίζοντας για την ψυχή του πώς θα την παραστήσει στο βήμα του Κυρίου ακατάκριτη, σ΄αυτόν θα τα δώσει ο Κύριος".
23. Ο αββάς Θεόδωρος του Ενάτου είπε:
"Εάν λογαριάσει ο Θεός την αμέλειά μας στις προσευχές και την αιχμαλωσία του νου σε λογισμούς τις ώρες της ψαλμωδίας, σωτηρία μην περιμένουμε".
24. Είπε ο αββάς Θεόδωρος της Σκήτης:
"Έρχεται ο λογισμός, με ταράζει και με απασχολεί, δεν έχει βέβαια τη δύναμη να προχωρήσει στην πράξη, αλλά ωστόσο γίνεται εμπόδιο στην αρετή. Ο άνθρωπος όμως που επαγρυπνεί στην ψυχή του, πετάει πέρα τον λογισμό και σηκώνεται για προσευχή".
26. Είπε η αμμάς θεοδώρα:
"Ήταν κάποιος μοναχός ο οποίος, επειδή είχε πολλούς πειρασμούς, είπε:
"Θα φύγω από δω".
Και μόλις έβαλε τα πέδιλά του, βλέπει και κάποιον άλλον άνθρωπο να φοράει τα δικά του πέδιλα και να του λέει:"Εξαιτίας μου δεν φεύγεις; Να, που εγώ θα πηγαίνω μπροστά από σένα, όπου κι αν πας"".
45. Είπε ο αββάς Μακάριος ο Μέγας:
"Οφείλει η ψυχή τις ώρες της ψαλμωδίας να συμμαζεύει τους λογισμούς της με κατάνυξη και τίποτε άλλο να μην έχει στον νου παρά την αναμονή του Κυρίου και την αγάπη της την έμφυτη να την διαφυλάττει γι΄αυτόν και μόνο.
Και όπως ακριβώς η μητέρα μαζεύει τα παιδιά στο σπίτι, για να τα διδάξει και να τα συμβουλεύσει, έτσι και η ψυχή έχει χρέος τους λογισμούς της πού περιπλανώνονται εδώ κι εκεί, να τους συμμβαζεύει από παντού σαν δικά της τέκνα, έστω κι αν η αμαρτία τους διασκορπίζει, ώστε όσο εξαρτάται απ΄αυτήν ακατάπαυστα να συμμαζεύει τους λογισμούς και να αναμένει τον Κύριο με πίστη βεβαία, για να έρθει και να της διδάξει την αληθινή προσευχή, την απερίσπαστη από την αναζήτηση Αυτού και μόνον".
46. Είπε ο αββάς Μωυσής:
"Δεν μπορεί κανείς να μπει στον στρατό του Χριστού, αν δεν γίνει σαν φωτιά όλος, αν δεν καταφρονήσει τη δόξα και την καλοπέραση, αν δεν ξεριζώσει τις απαιτήσεις του παλαιού ανθρώπου και δεν τηρήσει όλες τις εντολές του Θεού".
48. Είπε επίσης:
"Οφείλει ο άνθρωπος να νεκρώσει τον εαυτό του ως προς κάθε τι αμαρτωλό, προτού χωρισθεί από το σώμα, για να μην κάνει ζημιά σε κανένα άνθρωπο".
61. Είπε ο αββάς Ποιμένας:
"Η πονηριά των ανθρώπων είναι κρυμμένη πίσω τους".
65. Είπε επίσης:
"Οι εξής τρεις αρχές είναι χρήσιμες: Το να φοβάσαι τον Κύριο, να προσεύχεσαι και να κάνεις το καλό στον πλησίον".
77. Ρώτησαν κάποτε τον αββά Σιλουανό:
- "Τι είδους ασκήσεις έκανες, πάτερ, για να αποκτήσεις τη φρόνηση αυτή;"
Και αποκρίθηκε:
- "Ποτέ δεν άφησα στην καρδιά μου λογισμό που παροργίζει τον Θεό".
78. Ρώτησε ο αββάς Μωυσής τον αββά Σιλουανό:
- "Μπορεί ο άνθρωπος κάθε μέρα να βάζει αρχή;"
Και ο Γέροντας είπε:
- "Εάν είναι αγωνιστής, μπορεί και κάθε ώρα να βάζει αρχή".
82. Είπε η μακαρία Συγκλητική:
"Τέκνα μου, όλοι γνωρίζουμε τον τρόπο να σωθούμε, αλλά εξαιτίας της αμελείας μας μένουμε πίσω στη σωτηρία".
84. Είπε ο αββάς Υπερέχιος:
"Η σκέψη σου ας είναι παντοτεινά στη Βασιλεία των Ουρανών και γρήγορα θα την κληρονομήσεις".
85. Είπε ακόμη:
"Η ζωή του μοναχού ας μιμείται τη ζωή των αγγέλων και να κατακαίει την αμαρτία".
97. Είπε Γέροντας:
"Όπως κανένας δεν μπορεί να βλάψει αυτόν που στέκεται κοντά στον βασιλιά, έτσι ούτε ο Σατανάς μπορεί να κάνει κάτι είς βάρος μας, αν η υψχή μας είναι κοντά στον Θεό. Γιατί λέει: "Πλησιάστε με και θα σας πλησιάσω κι εγώ".
Αλλά επειδή συνεχώς παίρνουν αέρα τα μυαλά μας, εύκολα αρπάζει ο εχθρός την ταλαίπωρη ψυχή μας και τη ρίχνει στα άτιμα πάθη".
99. Έλεγαν για κάποιον Γέροντα ότι όταν του έλεγε ο λογισμός:
"Άσε την σημερινή ημέρα και αύριο μετανοείς", αντέκρουε τον λογισμό λέγοντας:
"Όχι, σήμερα θα μετανοήσω και αύριο ας γίνει το θέλημα του Θεού".
119. Είπε Γέροντας:
"Να σκέφτεσαι πάντοτε τα καλά, για να τα κάνεις και πράξη. Καμιά σκέψη του ανθρώπου δεν ξεφεύγει από τον Θεό.
Να κρατάς τον νου σου καθαρό από κάθε κακό".



Διάλογος αγίων Γερόντων με ερωτήσεις και αποκρίσεις
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑ΄
Διάλογος αγίων Γερόντων με ερωτήσεις και αποκρίσεις


1. Πώς πρέπει να είναι ο μοναχός στο κελί;
Να απέχει από τη γνώση των πολλών πραγμάτων, ώστε, καθώς ο λογισμός μένει ελεύθερος από τα διάφορα, να κατοικήσει η γνώση του Κυρίου.
2. Τι είναι ο μοναχός;
Ο μοναχός είναι σαν την περιστερά. Όπως η περιστερά βγαίνει στον αέρα την κατάλληλη στιγμή να τινάξει τα φτερά της, κι αν καθυστερήσει έξω από τη φωλιά, δέχεται χτυπήματα από τα άγρια πουλιά και χάνει την ομορφιά της, έτσι και ο μοναχός, βγαίνει την ώρα της σύναξης να ξετινάξει τους λογισμούς του, κι αν αργοπορήσει έξω απ΄το κελί, ραπίζεται από τους δαίμονες και σκοτεινιάζουν οι λογισμοί του.
3. Με ποιο λογισμό ο διάβολος βγάζει έξω από το κελί τον μοναχό;
Ο διάβολος είναι σαν τον γητευτή των φιδιών. Όπως ο γητευτής με μαγευτικά λόγια κάνει το φίδι να βγει από τη φωλιά και αφού το πιάσει, το πάει και το ρίχνει στις πλατείες της πόλης και το αφήνει εκεί να το περιπαίζουν οι άνθρωποι, κι όταν γεράσει πολύ μαζί του, ύστερα ή το θανατώνει στη φωτιά ή το πνίγει στη θάλασσα, έτσι και ο μοναχός τα ίδια παθαίνει, όταν παρασύρεται απ΄τους λογισμούς και εγκαταλείπει το κελί του.
7. Πώς πρέπει να γίνεται το έργο της ψαλμωδίας και ποιο να είναι το μέτρο της νηστείας;
Τίποτε παραπάνω απ΄αυτό που έχει ορισθεί. Γιατί πολλοί θέλοντας το παραπάνω, ύστερα ούτε το λίγο μπόρεσαν να εκτελέσουν.
9. Αν με σκανδαλίσει ο αδελφός, με συμβουλεύεις να του βάλω μετάνοια;
Βάλε του μετάνοια και ξέκοψε απ΄αυτόν. Έχουμε τον αββά Αρσένιο πού λέει: Με όλους να έχεις αγάπη κι απ΄όλους να βρίσκεσαι σε απόσταση.
10. Τι σημασία έχει για τον άνθρωπο το να προσφέρει ευχαριστήριο δώρο στην εκκλησία;
Αυτό το πράγμα είναι θησαυρός φυλαγμένος μπροστά στον Θεό. Ό,τι βάζεις εδώ, αμέσως πηγαίνει επάνω.
11.Έχω επιθυμία να μαρτυρήσω για τον Θεό.
Αν σε ώρα δύσκολη υπομείνει κανείς τον πλησίον, αυτό είναι ίσο με το καμίνι των τρίων Παίδων.
12. Γιατί η πορνεία ενοχλεί τον άνθρωπο;
Επειδή ο διάβολος γνωρίζει ότι η πορνεία μας αποξενώνει από το Πνεύμα το Άγιο, καθώς ακούει τον Κύριο που λέει:«Δεν θα παραμείνει το Πνεύμα μου σ΄αυτούς τους ανθρώπους, γιατί αυτοί είναι σάρκες».
(Ερώτηση ενός νέου σε κάποιο Θηβαίο Γέροντα για το πώς πρέπει να κάνει την πνευματική εργασία στο κελί).13. Πώς πρέπει να «ησυχάζει» κανείς στο κελί;
Όταν κάνει την άσκηση στο κελί, διόλου να μη θυμάται άνθρωπο.
14. Ποια εργασία οφείλει η καρδιά να κάνει, για να είναι στραμμένος ο μοναχός στον εαυτό του;
Αυτή είναι η τέλεια εργασία του μοναχού, το να έχει πάντοτε στραμμένη την προσοχή στον Θεό χωρίς να περισπάται ο νους.
15. Πώς οφείλει να διώχνει ο νους τους πονηρούς λογισμούς;
Είναι εντελώς αδύνατον από μόνος του να το κάνει αυτό ούτε έχει τέτοια δύναμη. Αλλά κι αν η ψυχή πέσει σε λογισμούς, αμέσως οφείλει να καταφύγει σ΄αυτόν πού την έπλασε ικετεύοντας τον, και κείνος τους διαλύει σαν κερί. Γιατί ο Θεός μας είναι φωτιά που κατακαίει.
18. Λοιπόν, με ποια τέχνη καταφεύγει ο λογισμός στον Θεό;
Αν σου έρθει λογισμός πορνείας, αμέσως τράβηξε από κει τον νου και φέρτον ψηλά με βιασύνη.Μην αργοπορήσεις, γιατί η αργοπορία ισοδυναμεί με συγκατάθεση.
19. Αν έρθει λογισμός κενοδοξίας ότι κατόρθωσες αρετή, δεν οφείλει να τον αντικρούσει ο λογισμός;
Οποιαδήποτε ώρα κανείς αντιλέγει στον λογισμό, αμέσως ο λογισμός γίνεται πιο ισχυρός και πιο ορμητικός, εκείνος με την αντιλογία του βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από σένα. Επιπλέον το Πνεύμα το Άγιο δεν σε βοηθάει και τόσο, γιατί παρουσιάζεσαι σαν να καυχιέσαι, ότι δηλαδή μπορώ εγώ να τα βγάλω πέρα με τα πάθη.Όπως εκείνος που έχει πνευματικό πατέρα, στον πατέρα τα αναθέτει και είναι αμέριμνος για όλα και ούτε νοιάζεται πια τί λόγο θα δώσει και στον Θεό, έτσι κι εκείνος που παρέδωσε τον εαυτό του στον Θεό δεν πρέπει να έχει καθόλου φροντίδα για τον λογισμό ή να αντιπαραταχθεί στον λογισμό ή γενικά να μήν τον αφήσει να μπει μέσα του.Αν γίνει και μπει, σύρε τον πάνω στον Πατέρα σου και πές στο λογισμό: «Εγώ δεν έχω τίποτε με σένα, νά ο Πατέρας μου, αυτός ξέρει». Κι επίμονα τράβα τον επάνω, οπότε σ΄αφήνει στα μισά του δρόμου και φεύγει, γιατί δεν μπορεί να΄ρθει μαζί σου σε Εκείνον ούτε να σταθεί μπροστά Του. Απ΄αυτή την εργασία ανώτερη και πιο αμέριμνη δεν υπάρχει σ΄όλη την Εκκλησία.
28. Πώς μπορεί κανείς πάντοτε να προσεύχεται; Γιατί το σώμα παρουσιάζει αδυναμία προκειμένου να προσευχηθεί.
Προσευχή δεν λέγεται μόνο το να στέκεται κανείς την συγκεκριμένη ώρα προσευχής και να προσεύχεται, αλλά το να προσεύχεται πάντοτε.
29. Πώς πάντοτε;
Είτε τρως είτε πίνεις είτε περπατάς σε δρόμο είτε κάποιο έργο κάνεις, να μην αφήνεις την προσευχή.
30. Αν ένας συνομιλεί με κάποιον, πώς μπορεί να πραγματοποιήσει το να προσεύχεται πάντοτε;
Γι΄αυτό είπε ο απόστολος, με κάθε προσευχή και δέηση. Έτσι, όταν δεν είσαι ελεύθερος να προσευχηθείς, καθώς συναναστρέφεσαι με άλλον, να προσεύχεσαι με δέηση.
31. Με ποια προσευχή οφείλει να προσεύχεται κανείς;
Να λέει το Πάτερ ημών ο έν τοίς ουρανοίς κ.λ.π.
32. Πόσο μέτρο οφείλει να έχει η προσευχή;
Δεν όρισε μέτρο. Εφόσον είπε πάντοτε και χωρίς διακοπή να προσεύχεστε, δεν έχει μέτρο.Έλεγε ακόμη κι αυτό, ότι εκείνος που θέλει να τα κατορθώσει αυτά, οφείλει όλους τους ανθρώπους να τους βλέπει ως έναν και να μην καταλαλεί.
Αποφθέγματα αυτών που γήρασαν στην άσκηση, αποφθέγματα που δηλώνουν σε περιληπτική έκθεση την τελειότητα της αρετής τους
36. Έλεγε (ο αββάς Ησαϊας) πάλι ότι,
αν θέλει ο Θεός να δείξει το έλεός Του σε μια ψυχή κι αυτή ξεφεύγει από την κανονική πορεία και δεν δέχεται, αλλά κάνει το θέλημά της, επιτρέπει ο Θεός να πάθει εκείνα πού δεν θέλει, ώστε μ΄αυτόν τον τρόπο να Τον επιζητήσει.
38. Τον ίδιον τον ρώτησαν τι είναι φιλαργυρία και απάντησε:
«Το να μην εμπιστεύεσαι στον Θεό ότι έχει τη φροντίδα σου, να μην ελπίζεις υποσχέσεις του Θεού και να θέλεις να φαίνεσαι σπουδαίος».
39. Ρωτήθηκε πάλι τι είναι καταλαλιά κι αποκρίθηκε:
«Το να αγνοεί κανείς τη δόξα του Θεού και να φθονεί τον πλησίον του».
40. Ρωτήθηκε πάλι τι είναι η οργή και απάντησε:
«Φιλονικία, ψέμα και έλλειψη γνώσης».
41. Είπε ο αββάς Ηλίας, ο διακονητής:
«Τι δύναμη έχει η αμαρτία, όπου υπάρχει μετάνοια; Και τι ωφελεί η αγάπη εκεί που υπάρχει υπερηφάνεια;»
42. Είπε πάλι:
«Οι άνθρωποι έχουν τον νου τους στραμμένο ής τις αμαρτίες ή στον Ιησού ή προς τους ανθρώπους».
43. Είπε ο αββάς Θεόδωρος:
«Πολλοί στην εποχή μας διάλεξαν την ανάπαυση, προτού τους την δώσει ο Θεός».
47. Ο αββάς Ιάκωβος είπε:
«Δεν θέλησα ποτέ να πω ή να ακούσω λόγο κοσμικό».
48. Ο αββάς Λογγίνος είπε στον αββά Ακάκιο:
«Η γυναίκα τότε καταλαβαίνει ότι έχει συλλάβει, όταν σταματήσει το αίμα της. Έτσι και η ψυχή τότε ξέρει ότι έχει συλλάβει Πνεύμα Άγιο, όταν σταματήσουν τα πάθη τα χαμηλά που ρέουν απ΄αυτήν. Όσο καιρό περιπλέκεται σ΄αυτά, πώς μπορεί να υπερηφανεύεται σαν να είναι τάχα απαθής; Δώσε αίμα και πάρε Πνεύμα».
49. Ο αββάς Ποιμήν είπε ότι το θέλημα και η ανάπαυση και, προπαντός, η συνήθεια σ΄αυτά, οδηγούν τον άνθρωπο στην πτώση.
55. Ο αββάς Παύλος είπε:
«Ας πηγαίνουμε πίσω από τον Ιησού».
58. Είπε πάλι ότι
πολλές φορές η απουσία της ντροπής και του φόβου φέρνουν την αμαρτία.
59. Κάποιος Γέροντας είπε:
«Άνθρωπε, αν θέλεις να ζήσεις σύμφωνα με τον νόμο του Θεού, θα βρεις βοηθό τον Νομοθέτη».
60. Είπε πάλι:
«Αν εκούσια θελήσεις να παρακούσεις τις εντολές του Θεού, θα βρεις τον διάβολο να σε βοηθάει στην πτώση».
61. Είπε Γέροντας:
«Η αμεριμνησία, η σιωπή και η μυστική εσωτερική μελέτη γεννούν την αγνότητα».
62. Είπε Γέροντας:
«Η μέλισσα όπου πηγαίνει, κάνει μέλι. Έτσι κι ο μοναχός όπου πηγαίνει, το έργο του Θεού εργάζεται».
63. Είπε πάλι για τους λογισμούς.
ο Σατανάς πλέκει σχοινιά, όσο εσύ του δίνεις λουρίδες αυτός πλέκει.
64. Είπε Γέροντας:
«Όταν κάποιος αδελφός θέλει να πάει να συναντήσει έναν αδελφό, ο δαίμονας της κατακρίσεως ή πηγαίνει πιο μπροστά απ΄αυτόν εκεί ή έρχεται μαζί του στον αδελφό».
65. Είπε Γέροντας:
«Τον τεμπέλη και τον ακαμάτη δεν τους θέλει ο Θεός».
66. Άλλος Γέροντας είπε:
«Δώσε διάθεση και θα πάρεις δύναμη».
67. Άλλος είπε:
«Η αχαριστία μεσιτεύει για χάρη της αδυναμίας ενώπιον του Θεού».
68. Ένας Γέροντας είπε:
«Όπως ο κασσίτερος αφού μαυρίσει, πάλι γίνεται λαμπερός, έτσι και αυτοί που πιστεύουν, κι αν μαυρίζουν, καθώς αμαρτάνουν, πάλι λαμπρύνονται, όταν μετανοούν, γι΄αυτόν τον λόγο ίσως η πίστη παρομοιάστηκε με κασσίτερο».



Περί διακρίσεως
ΤΟΜΟΣ Γ'ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄Περί διακρίσεως


2. Κάποιοι αδελφοί πήγαν στον αββά Αντώνιο να του αναφέρουν τα οράματα που έβλεπαν, και να πληροφορηθούν απ΄αυτόν εάν πρόκειται για αληθινά οράματα ή τα δημιουργούν οι δαίμονες.
Αυτοί είχαν ένα γαϊδουράκι που τους ψόφησε στον δρόμο. Μόλις έφθασαν στον Γέροντα, πρόλαβε και τους είπε:
- "Πώς ψόφησε το γαϊδουράκι στον δρόμο;"
- "Πού το ξέρεις, αββά;" τον ρώτησαν.
Κι εκείνος τους είπε:
- "Οι δαίμονες μου το φανέρωσαν".
- "Μά κι εμείς -είπαν- γι΄αυτό το θέμα ήρθαμε να σε ρωτήσουμε, γιατί βλέπουμε οράματα και πολλές φορές βγαίνουν αληθινά. Αλλά μη τυχόν πέφτουμε σε πλάνη;"
Και ο Γέροντας παίρνοντας ως παράδειγμα αυτό που συνέβη με τον όνο, τους πληροφόρησε ότι προέρχονται από τους δαίμονες.
4. Κάποιος αδελφός είπε στον αββά Αντώνιο:
- "Προσευχήσου για μένα".
Και ο Γέροντας του λέει:
- "Ούτε εγώ σε σπλαχνίζομαι ούτε ο Θεός, εάν σύ ο ίδιος δεν σπεύσεις με ζήλο να ζητήσεις από τον Θεό".
5. Είπε επίσης ότι ο Θεός δεν επιτρέπει να ΄ρθουν οι μεγάλοι πειρασμοί στη γενιά αυτή όπως στις παλαιότερες, γιατί γνωρίζει ότι είναι αδύναμοι και δεν αντέχουν.
6. Είπε ο αββάς Αντώνιος ότι θα΄ρθει εποχή, πού οι άνθρωποι θα φέρονται όπως οι παράφρονες. Και όταν θα βλέπουν κάποιον πού δεν θα συμπεριφέρεται ως παράφρων, θα τα βάζουν μαζί του και θα του λένε: "Εσύ είσαι τρελός", επειδή δεν είναι όμοιος μ΄αυτούς.
19. Είπε ο αββάς Αγάθων:
"Εάν κάποιος μου είναι υπερβολικά αγαπητός αλλά καταλάβω ότι με παρασύρει σε κάποιο ελάττωμα, κόβω αμέσως τις σχέσεις μου μαζί του".
32. Είπε επίσης ο αββάς Δανιήλ:
"Όσο ακμάζει το σώμα, τόσο η ψυχή αδυνατίζει, και όσο το σώμα αδυνατίζει, τόσο η ψυχή ακμάζει".
35. Ρωτήθηκε ο μακάριος Επιφάνιος εάν αρκεί ένας δίκαιος άνθρωπος για να κινήσει τον Θεό σε ευσπλαχνία, και είπε:
"Ναι, γιατί ο ίδιος ο Θεός είπε: Ψάξτε να βρείτε έναν άνθρωπο ο οποίος να είναι στην πράξη δίκαιος και ευσεβής και θα φανώ σπλαχνικός για όλο το λαό".
40. Είπε ο αββάς Ησαϊας:
"Η απλότητα και το να μήν έχουμε περί πολλού τον εαυτό μας, καθαρίζει την καρδιά από την πονηρία".
47. Ο ίδιος είπε:
"Καμιά αρετή δεν μπορεί να αναμετρηθεί με την αρετή: να μην εξουθενώνουμε τον άλλον".
50. Ρωτήθηκε από κάποιον η αμμάς Θεοδώρα σχετικά με τα ακούσματα που φθάνουν στ΄αυτιά μας:
- "Πώς είναι δυνατόν -είπε- όταν γενικά τ΄αυτιά μας δέχονται λόγια κοσμικών ανθρώπων ή οποιαδήποτε άλλα άσχετα, να παραμένουν προσανατολισμένα στον Θεό μόνο;"
Και η αμμάς του λέει:
- "Όπως ακριβώς αν κάθεσαι σε τραπέζι όπου υπάρχουν πολλά φαγητά και τρώς βέβαια, αλλά όχι με ευχαρίστηση, το ίδιο και όταν κοσμικά λόγια φθάνουν στ΄αυτιά σου, την καρδιά σου να έχεις στραμμένη στον Θεό και μ΄αυτή τη διάθεση δεν θ΄ακούς με ευχαρίστηση και δεν παθαίνεις καμιά ζημιά".
63. Είπε ο αββάς Ιακώβ:
"Δεν χρειάζονται τα λόγια μοναχά, γιατί πολλά λένε οι άνθρωποι τούτον τον καιρό, χρειάζονται έργα.
Αυτό είναι το ζητούμενο και όχι τα λίγα τα άκαρπα".
78. Ρωτήθηκε ο αββάς Μιώς από έναν στρατιωτικό εάν ο Θεός δέχεται τον μετανοημένο.
Κι εκείνος αφού τον κατήχησε λέγοντάς του πολλά, τον ρώτησε:
- "Πές μου, αγαπητέ, εάν σχισθεί η χλαίνη σου, την πετάς;"
- "Όχι, -είπε- τη ράβω πάλι και τη χρησιμοποιώ".
- "Αν λοιπόν εσύ -του λέει ο Γέροντας- λυπάσαι το ρούχο σου, ο Θεός δεν θα λυπηθεί το δικό του πλάσμα;"
84. Ένας αδελφός συμβουλεύθηκε τον αββά Ποιμένα:
- "Διέπραξα -είπε- μεγάλη αμαρτία και θέλω να μπω σε κανόνα μετανοίας για τρία χρόνια".
Και ο Γέροντας του λέει:
- "Πολύ είναι".
- "Μήπως για ένα χρόνο;" ρωτάει ο αδελφός.
- "Πολύ είναι" απαντά πάλι ο Γέροντας.
Αυτοί που βρίσκονταν εκεί είπαν:
- "Μέχρι σαράντα μέρες;"
Και πάλι ο Γέροντας είπε:
- "Είναι πολύ".
Και πρόσθεσε:
- "Εγώ πιστεύω ότι εάν ο άνθρωπος μετανοήσει με όλη του την καρδιά και δεν συνεχίσει να κάνει την αμαρτία, και μέσα σε τρεις μέρες τον δέχεται ο Θεός".
96. Κάποιος αδελφός είπε στον αββά Ποιμένα:
- "Αν δω κάτι, το βλέπεις σωστό να μιλήσω γι΄αυτό;
Ο Γέροντας του λέει:
- "Είναι γραμμένο ότι όποιος εκφράσει γνώμη, πρίν του δώσουν τον λόγο, προδίδει αμυαλοσύνη και είναι ντροπή του.
Αν σε ρωτήσουν, μίλησε, αλλιώς σώπαινε".
102. Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα:
- "Εάν βρεθεί ένας άνθρωπος να κάνει κάποια αμαρτία και μετανοήσει, θα τον συγχωρήσει ο Θεός;"
Και ο Γέροντας του λέει:
- "Μά, ο Θεός που έδωσε εντολή στους ανθρώπους να κάνουν αυτό, πολύ περισσότερο δεν θα το κάνει ο ίδιος;
Είναι γνωστό ότι στον Πέτρο έδωσε εντολή: Μέχρι εβδομήντα φορές το εφτά να συγχωρούμε".
111. Ρώτησε κάποιος αδελφός τον αββά Ποιμένα:
- "Τι είναι μετάνοια για την αμαρτία;"
Και ο Γέροντας απάντησε:
- "Το να μην κάνει κανείς στο εξής την αμαρτία. Γι΄αυτό τον λόγο οι δίκαιοι ονομάσθηκαν άμεμπτοι, γιατί έπαυσαν να αμαρτάνουν και έγιναν δίκαιοι".
121. Άλλος αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα:
- "Είναι προτιμότερο το να μιλάει κανείς ή να σιωπά;"
Ο Γέροντας είπε:
- "Εκείνος που μιλάει, επειδή το θέλει ο Θεός, καλά κάνει.
Και εκείνος που σιωπά, γιατί το θέλει ο Θεός, επίσης καλά κάνει".
147. Είπε ο αββάς Παλλάδιος:
- "Η ψυχή που ασκείται κατά Θεόν πρέπει ή να μαθαίνει με εμπιστοσύνη ακούγοντας όσα δεν γνωρίζει, ή να διδάσκει με σαφήνεια όσα έμαθε με την πείρα. Αν κανένα από τα δυο δεν θέλει, δεν είναι στα καλά της. Γιατί είναι αρχή απομάκρυνσης από τον Θεό η χορτασιά της διδασκαλίας και η ανορεξία να ακούσει λόγο Θεού, για τον οποίο πάντοτε πεινάει η ψυχή του ανθρώπου που αγαπάει τον Θεό".
155. Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Σισόη:
- "Τι να κάνω, αββά, που έπεσα;"
- "Σήκω πάνω πάλι" απαντά ο Γέροντας.
- "Σηκώθηκα -του λέει ο αδελφός- και ξαναέπεσα".
- "Σήκω ξανά και ξανά", λέει ο Γέροντας.
Και ρωτάει ο αδελφός:
- "Ως πότε;"
- "Έως ότου -αποκρίνεται ο Γέροντας- σε βρει η ώρα του θανάτου είτε στο καλό είτε στην πτώση.
Γιατί σ΄όποια κατάσταση βρεθεί ο άνθρωπος, σ΄αυτήν και φεύγει".
159. Έλεγε κάποιος από τους Γέροντες:
"Παρεκάλεσα τον αββά Σισόη να μου πει έναν λόγο, και μου είπε ότι όσα μπορεί ο άνθρωπος να τα αποφύγει και δεν λαμβάνει τα μέτρα του, είναι σαν να προκαλεί την αμαρτία".
173. Είπε ο αββάς Υπερέχειο:
"Αληθινά σοφός είναι όχι αυτός πού διδάσκει με τα λόγια, αλλά εκείνος που παιδαγωγεί με το παράδειγμα".
189. Ρωτήθηκε Γέροντας:
- "Ποιο είναι το έργο του μοναχού;"
Και απάντησε:
- "Η διάκριση".
191. Ρωτήθηκε Γέροντας:
- "Τι πρέπει να κάνει ο μοναχός;"
Και είπε:
- "Να επιδιώκει κάθε τι το καλό και να απέχει από κάθε κακό".
196. Είπε Γέροντας:
"Το να βιάζει κανείς σ΄όλες τις περιπτώσεις τον εαυτό του, αυτός είναι ο δρόμος του Θεού".
197. Είπε Γέροντας:
"Μην κάνεις τίποτε, προτού εξετάσει την καρδιά σου αν αυτό που θέλεις να κάνεις είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού".
204. Είπε Γέροντας:
"Να μη θέλεις ν΄αποφεύγεις την καταφρόνια από μέρους των άλλων".
209. "Ο Θεός -είπε άλλος Γέροντας- ζητάει από τον άνθρωπο τούτα: Τον νού, τον λόγο και την πράξη".
212. Ο ίδιος είπε:
"Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από τα εξής:
Να φοβάται την κρίση του Θεού,
να μισήσει την αμαρτία,
να αγαπήσει την αρετή και
να προσεύχεται στον Θεό αδιάλειπτα".
223. Είπε Γέροντας:
"Οι Προφήτες έγραψαν τα βιβλία (της Γραφής). Ήρθαν κατόπιν οι Πατέρες και τα εφάρμοσαν. Οι μεταγενέστεροι τα αποστήθισαν.Ήρθε κι αυτή η γενεά, τα έγραψε και τα τοποθέτησε στα ράφια, όπου μένουν αχρησιμοποίητα".
260. Είπε Γέροντας:
"Ο άνθρωπος που εκούσια προσφέρει τον εαυτό του σε θλίψη, πιστεύω ότι μεταξύ των μαρτύρων τον λογαριάζει ο Θεός.Γιατί τα δάκρυα του ανθρώπου αυτού υπολογίζονται ως αίμα".
302. Είπε Γέροντας:
"Το ψέμα το εκπροσωπεί ο παλαιός άνθρωπος, ενώ, αντίθετα, την αλήθεια ο αναγεννημένος άνθρωπος".
303. Είπε επίσης:
"Η ρίζα των καλών έργων είναι η αλήθεια. Το ψέμα είναι θάνατος".

Περί αγάπης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΖ΄
Περί αγάπης


1. Είπε ο αββάς Αντώνιος:
«Εγώ δεν φοβάμαι πιά τον Θεό, αλλά τον αγαπώ, γιατί η αγάπη διώχνει πέρα τον φόβο».
2. Είπε πάλι:
«Η ζωή και ο θάνατος της ψυχής εξαρτάται από τον πλησίον. Αν κερδίσουμε τον αδελφό, τον θεό κερδίζουμε, ενώ αν σκανδαλίσουμε τον αδελφό, στον Χριστό αμαρτάνουμε».
4. Ο αββάς Αγάθων είπε:
«Ποτέ δεν πλάγιασα να κοιμηθώ, έχοντας δυσαρεστηθεί με κάποιον, αλλά ούτε και άφησα -όσο μπορούσα- άλλον να κοιμηθεί, έχοντας κάτι με μένα».
7. Έλεγε ο αββάς Αγάθων:
«Αν γινόταν να βρω ένα λεπρό και να του δώσω το δικό μου σώμα και να πάρω το δικό του, ευχαρίστως θα το έκαμνα.
Γιατί αυτή είναι η τέλεια αγάπη».
16. Έλεγε ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός:
«Δεν γίνεται να χτίσει κανείς το σπίτι, αρχίζοντας από πάνω και προχωρώντας προς τα κάτω.
Από τα θεμέλια θα αρχίσει και θα προχωρήσει προς τα πάνω».
Τον ρωτούν:
«Τι σημαίνουν αυτά τα λόγια;»
«Το θεμέλιο, απαντά, είναι ο πλησίον, προκειμένου να τον σώσεις, και πρώτος εσύ ωφελείσαι, γιατί απ΄αυτόν κρέμονται όλες οι εντολές του Χριστού».
18. Ο αββάς Ιωάννης είπε:
«Ο πατέρας μας, ο αββάς Αντώνιος, είπε: Ποτέ δεν έβαλα το δικό μου συμφέρον πιο πάνω από την ωφέλεια του αδελφού μου».
32. Είπε ο αββάς Υπερέχιος:
«Προσπάθησε να γλυτώσεις -όσο μπορείς- τον πλησίον από τις αμαρτίες χωρίς να τον προσβάλεις, διότι και ο Θεός δεν αποστρέφεται όσους μετανοούν. Επίσης, λόγος κακίας ή πονηρίας εναντίον του αδελφού σου ας μην παραμένει στην καρδιά σου, για να μπορείς να λές: Συγχώρεσέ μας τα παραπτώματά μας, όπως και εμείς συγχωρούμε εκείνους που μας έφταιξαν».
38. Ένας Γέροντας είπε:
«Αν κάποιος σου ζητήσει ένα πράγμα και σύ βιάζοντας τον εαυτό σου το προσφέρεις, φρόντισε και ο λογισμός σου να ευαρεστηθεί με αυτό πού δίνεις, καθώς είναι γραμμένο: Αν κάποιος σε αγγαρεύσει να πάς μαζί του ένα μίλι, πήγαινε δυό. Δηλαδή αν κάποιος σου ζητήσει κάτι, να του το δώσεις με όλο σου το είναι».
45. Δυό Γέροντες ζούσαν ως μοναχοί πολλά χρόνια μαζί και ποτέ δεν μάλωσαν. Είπε ο ένας στον άλλον:
«Ας φιλονικήσουμε κι εμείς μια φορά όπως όλοι οι άνθρωποι».
Ο άλλος αποκρίθηκε:
«Δεν ξέρω πώς γίνεται η φιλονικία».
Και του λέει ο αδελφός:
«Να, θα βάλω στη μέση ένα τούβλο. Εγώ θα λέω ότι είναι δικό μου κι εσύ να λές, όχι, δικό μου είναι, και από δω γίνεται η αρχή».
Έβαλαν πράγματι στη μέση ένα τούβλο. Λέει ο ένας:
«Αυτό είναι δικό μου».
Ο άλλος είπε: «Όχι, είναι δικό».
Είπε ο πρώτος:
«Έ, αν είναι δικό σου, πάρ΄το και πήγαινε».
Και έφυγαν, χωρίς να βρουν αιτία για φιλονικία.
46. Ένας Γέροντας είπε:
«Ποτέ δεν επεθύμησα ένα έργο πού να ωφελεί εμένα και να βλάπτει τον διπλανό, γιατί πίστευα ότι το κέρδος του αδελφού μου είναι καρποφορία για μένα».
51. Κάποιος από τους Πατέρες πήγε στην πόλη να πουλήσει το εργόχειρό του. Εκεί είδε έναν φτωχό που ήταν γυμνός, και επειδή τον σπλαχνίστηκε, του χάρισε το επανωφόρι του. Ο φτωχός όμως πήγε και το πούλησε. Όταν το έμαθε αυτό ο Γέροντας, λυπήθηκε και μετάνιωσε που του έδωσε το ένδυμα.
Εκείνη τη νύχτα παρουσιάστηκε στον Γέροντα -σε όνειρο- ο Χριστός, φορώντας το επανωφόρι. Του λέει:
«Μη λυπάσαι, να, φορώ αυτό που μου έχεις δώσει».
52. Οι Γέροντες έλεγαν:
«Ο καθένας οφείλει τα προβλήματα του πλησίον να τα κάνει δικά του και σε όλα να συμπάσχει με αυτόν. Και να χαίρεται και να κλαίει μαζί μ΄αυτόν, και με τέτοια διάθεση να στέκεται απέναντί του, σαν να φοράει το σώμα του πλησίον και σαν να πρόκειται για τον εαυτό του, αν ποτέ συμβεί κάτι κακό σ΄εκείνον.
Αυτά είναι σύμφωνα με τη Γραφή πού λέει: Χάρη στον Χριστό όλοι είμαστε ένα σώμα.
Και: Όλοι όσοι πίστευσαν στον Χριστό είχαν μια καρδιά και μια ψυχή».
58. Ένας αδελφός ρώτησε κάποιον Γέροντα:
«Γιατί, όταν κάνω τις μικρές μου προσευχές (τον κανόνα μου), προσέχω ότι άλλοτε δεν υπάρχει ευφορία στην καρδιά μου και άλλοτε προθυμία;»
Απαντά ο Γέροντας:
«Πώς λοιπόν θα φανεί ότι ο άνθρωπος αγαπά τον Θεό;»
Και συμπλήρωσε:
«Εμένα το σώμα μου μέχρι τώρα δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στην προαίρεσή μου».
61. Ένας Γέροντας είπε:
«Μην απαιτείς αγάπη από τον πλησίον, γιατί εκείνος που αγαπά κάποιον και δεν βρίσκει ανταπόκριση ταράζεται.
Καλύτερα, εσύ δείξε την αγάπη στον πλησίον, έτσι κι εσύ νιώθεις ανάπαυση, αλλά με τον τρόπο αυτό οδηγείς σε αγάπη και τον πλησίον».
62. Είπε πάλι:
«Το να υστερείς στο θέμα της αγάπης απέναντι των αδελφών προέρχεται από το ότι δέχεσαι τους λογισμούς που ξεκινούν από υποψία και εμπιστεύεσαι στα αισθήματά σου. Επιπλέον και από το ότι δεν θέλεις να παθαίνεις αντίθετα από ό,τι επιθυμείς. Εκείνο λοιπόν που σου χρειάζεται είναι με τη βοήθεια του Θεού, πρώτα πρώτα να μη δίνεις εμπιστοσύνη στις υπόνοιές σου και ύστερα με όλη σου την προθυμία και τη δύναμη να ταπεινώνεσαι ενώπιον των αδελφών, και να κόβεις για χάρη τους το θέλημά σου».
63. Έλεγε επίσης ότι η αγάπη που έχει αφετηρία τον Θεό είναι πιο δυνατή και από την αγάπη που την έχει κανείς εκ φύσεως.

Τίποτε δεν πρέπει να κάνουμε για επίδειξη
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
Τίποτε δεν πρέπει να κάνουμε για επίδειξη


7. Είπε ο αββάς Ησαϊας:
"Νομίζω πώς είναι πολύ σπουδαίο και πολύτιμο αγαθό να νικήσει κανείς την κενοδοξία και να προκόψει στη γνώση του Θεού. Γιατί αυτός που πέφτει στην εξουσία αυτού του πονηρού πάθους της κενοδοξίας, γίνεται ξένος προς την ειρήνη, σκληραίνει η καρδιά του προς τους εν Χριστώ αδλεφούς και τελική συμφορά του είναι ότι πέφτει στην υψηλοφροσύνη, δηλαδή στην υπερηφάνια, που είναι η μάνα όλων των κακών.
Εσύ όμως, πιστέ δούλε του Χριστού, κράτα κρυφή την εργασία σου, και με πόνο καρδιάς φρόντισε να μη χάσεις τον μισθό της εργασίας σου εξαιτίας της ανθρωπαρέσκειας. Γιατί αυτός που κάνει κάτι για να επιδειχθεί στους ανθρώπους απομακρύνεται από τον μισθό του, όπως είπε ο Κύριος".
11. Πήγε άλλος αδελφός σ΄αυτόν (στον αββά Θεόδωρο της Φέρμης) και άρχισε να μιλάει και να ερευνά για πράγματα,
τα οποία ακόμη δεν είχε αρχίσει να τα εφαρμόζει. Και του λέει ο Γέροντας:
"Ακόμη δεν βρήκες πλοίο, ούτε τις αποσκευές σου φόρτωσες, και πρίν ταξιδέψεις, έφτασες κιόλας σ΄εκείνη την πόλη;
Πρώτα άρχισε την εργασία και καθώς την κάνεις, θα φθάσεις σ΄αυτά που τώρα λές".
17. Είπε ο αββάς Ποιμήν:
"Μάθε στην καρδιά σου να εφαρμόζει αυτά που διδάσκει η γλώσσα σου".
18. Είπε επίσης:
"Οι άνθρωποι παρουσιάζουν με πληρότητα τη διδασκαλία, αλλά ελάχιστα απ΄αυτά εφαρμόζουν".
20. Είπε ο αββάς Ποιμήν:
"Εκείνος που με κάθε τρόπο επιδιώκει τη φιλία των ανθρώπων, απομακρύνεται εντελώς από τη φιλία του Θεού.
Δεν είναι καλό να θέλει κανείς να αρέσει σε όλους. Γιατί η Γραφή λέει: Αλοίμονό σας όταν όλοι οι άνθρωποι σας επαινούν".
22. Ο αββάς Αμμούν της Ραϊθούς ρώτησε τον αββά Σισόη:
"Όταν διαβάζω την Αγία Γραφή γυρεύει ο λογισμός μου να φτιάξει κάποιες ωραίες φράσεις, για να έχω ν΄απαντώ, όταν με ρωτούν".
Κι ο Γέροντας του λέει:
"Δεν χρειάζεται. Καλύτερα είναι από την καθαρότητα του νου (της καρδιάς) να αποκτήσεις και το να μη μεριμνάς τι θα пεις, και σωστά να μιλάς".
26. Είπε η αγία Συγκλητική:
"Όπως ακριβώς ο θησαυρός όταν βγει στο φανερό, με τον καιρό λιγοστεύει και τελικά εξαφανίζεται, κατά τον ίδιο τρόπο και η αρετή, όταν γίνεται γνωστή και κοινοποιείται, χάνεται. Και όπως το κερί λυώνει, όταν πλησιάσει τη φωτιά, το ίδιο και η ψυχή διασκορπίζεται από τους επαίνους και χαλαρώνει".
28. Κάποια φορά που καθόταν ο αββάς Τιθόης, κοντά εκεί ήταν ένας αδελφός αλλά δεν το ήξερε αυτό και στέναξε, και δεν κατάλαβε ότι ήταν ο αδελφός δίπλα, γιατί βρισκόταν σε έκσταση. Κατόπιν όμως του έβαλε μετάνοια και είπε: "Συγχώρεσέ με, αδελφέ, δεν έγινα ακόμα μοναχός, αφού στέναξα μπροστά σου".
31. Ένας αδελφός, ασκητής που δεν έτρωγε ψωμί, επισκέφθηκε κάποιον ονομαστό Γέροντα. Βρέθηκαν εκεί τη μέρα εκείνη κι άλλοι ξένοι και μαγείρεψε ο Γέροντας για χάρη τους λίγο φαγητό. Όταν κάθισαν να φάνε, ο ασκητής έβαλε για τον εαυτό του μόνο ρεβίθια μουσκεμένα και έτρωγε. Όταν σηκώθηκαν απ΄το τραπέζι, τον πήρε ιδιαίτερα ο Γέροντας και του ΄πε:
- "Αδελφέ, όταν επισκέπτεσαι κάποιον, μη δείχνεις τη μοναχική σου άσκηση. Αν, πάλι, θέλεις να κρατάς οπωσδήποτε την άσκησή σου, να κάθεσαι στο κελί σου και να μην πηγαίνεις πουθενά".
Ο ασκητής πήρε ένα καλό μάθημα από τα λόγια του Γέροντα και στο εξής στις συναντήσεις με τους αδελφούς δεν ξεχώριζε.
32. Είπε κάποιος από τους Πατέρες ότι στις όχθες του ποταμού, κοντά στο χωριό όπου ο μακάριος Σιλουανός ζούσε στην Παλαιστίνη, κατοικούσε ένας αδελφός που προσποιούνταν τον σαλό. Έτσι, κάθε φορά που τον συναντούσε κάποιος αδελφός, άρχιζε και γελούσε. Γι΄αυτό λοιπόν κι εκείνος τον άφηνε κι έφευγε.
Συνέβη κάποια φορά να επισκεφθούν τον αββά Σιλουανό τρεις Πατέρες. Και αφού έκαναν προσευχή, τον παρακάλεσαν να στείλει κάποιον μαζί τους για να δουν τους αδελφούς μέσα στα κελιά τους. Είπαν επίσης στον Γέροντα:
- "Κάνε αγάπη και δώσε εντολή στον αδελφό να μας πάει σ΄όλους".
Και ο Γέροντας ενώπιόν τους είπε στον αδελφό:
- "Να πας τους Πατέρες σε όλους".
Ιδιαίτερα όμως του παρήγγειλε:
- "Πρόσεξε, να μην τους πάς σ΄εκείνον τον σαλό, για να μην σκανδαλισθούν".
Καθώς περνούσαν απ΄τα κελιά των αδελφών οι Πατέρες, έλεγαν στον οδηγό τους:
- "Δείξε αγάπη να μας πας σε όλους".
Και απαντούσε εκείνος:
- "Βεβαίως".
Όμως δεν τους πήγε στο κελί του σαλού σύμφωνα με την εντολή του Γέροντα.
Όταν επέστρεψαν στον Γέροντα τους είπε:
- "Είδατε τους αδελφούς;"
- "Ναι -του είπαν- και ευχαριστούμε. Αλλά λυπούμαστε που δεν πήγαμε σ΄όλους".
Ρωτάει τότε ο Γέροντας τον οδηγό τους:
- "Δεν σου είπα να τους πάς σε όλους;"
- "Έτσι έκανα, πάτερ" απάντησε ο αδελφός.
Αλλά και την ώρα που έφευγαν οι Πατέρες είπαν πάλι στον Γέροντα:
- "Αληθινά σας είμαστε ευγνώμονες, που είδαμε τους αδελφούς, για ένα μόνο λυπούμαστε που δεν τους είδαμε όλους".
Παίρνει τότε ο αδελφός τον Γέροντα ιδιαίτερα και του λέει:
- "Στον σαλό αδελφό δεν τους πήγα".
Αφού έφυγαν οι Πατέρες, ο Γέροντας καλοσκέφτηκε αυτό που έγινε, σηκώνεται λοιπόν και πάει στον αδελφό που προσποιούνταν τον σαλό.
Χωρίς να χτυπήσει, ανοίγει σιγά-σιγά το μάνδαλο και αιφνιδιάζει τον αδελφό.
Εκείνος καθισμένος έκανε την πνευματική του εργασία και είχε δύο καλαθάκια, το ένα από τα δεξιά και το άλλο από τα αριστερά.
Σαν είδε τον Γέροντα, άρχισε -όπως συνήθιζε- να γελάει. Κι ο Γέροντας του λέει:
- "Άσ΄τα τώρα αυτά και πές μου ποια είναι η άσκησή σου".
Εκείνος πάλι γελούσε. Συνέχισε ο αββάς Σιλουανός:
- "Το ξέρεις πολύ καλά ότι εκτός Σαββάτου και Κυριακής δεν βγαίνω από το κελί, αλλά τώρα ήρθα μεσοβδόμαδα, γιατί ο Θεός μ΄έστειλε εδώ".
Φοβήθηκε ο αδελφός και βάζοντας μετάνοια στον Γέροντα, του λέει:
- "Συγχώρεσέ με, πάτερ. Κάθε πρωί αρχίζω την πνευματική μου εργασία έχοντας τα χαλίκια αυτά μπροστά μου. Εάν μου έρθει καλός λογισμός, ρίχνω ένα χαλίκι στο δεξιό ζεμπίλι, αν έρθει πονηρός λογισμός, ρίχνω στο αριστερό. Το απόγευμα μετρώ τα χαλίκια και αν του δεξιού είναι περισσότερα, τρώγω, αν όμως του αριστερού είναι περισσότερα, δεν τρώγω. Την επόμενη μέρα πάλι εάν μου έρθει πονηρός λογισμός, λέγω στον εαυτό μου: Πρόσεξε τι κάνεις, γιατί πάλι δεν θα φας".
Θαύμασε σαν τ΄άκουσε ο αββάς Σιλουανός, και είπε:
* "Πράγματι οι Πατέρες που ήρθαν σήμερα άγιοι άγγελοι ήταν, που ήθελαν να κάνουν γνωστή την αρετή του αδελφού.
* Γιατί και με την παρουσία τους ένιωσα μεγάλη χαρά και ευφροσύνη πνευματική".
37. Είπε ένας Γέροντας:
"Εκείνος που φανερώνει τα καλά του έργα και τα κάνει γνωστά στον κόσμο, μοιάζει με τον σποριά που ρίχνει τον σπόρο στην επιφάνεια της γης και έρχονται τα πτηνά του ουρανού και τον τρώνε. Ενώ εκείνος πού κρύβει την άσκησή του, όπως βάζει ο σποριάς τον σπόρο μέσα στης γης τα αυλάκια, αυτός ακριβώς θα έχει άφθονη συγκομιδή".

Περί υπακοής
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ΄Περί υπακοής
1. Είπε ο αββάς Αντώνιος:
"Η υπακοή που συνοδεύεται με την εγκράτεια υποτάσσει θηρία".
9. Έλεγαν για τον αββά Σιλουανό ότι είχε έναν μαθητή, πού τον έλεγαν Μάρκο. Αυτός είχε μεγάλη υπακοή και ήταν καλλιγράφος. Ο Γέροντας τον αγαπούσε ιδιαίτερα για την υπακοή του. Είχε και άλλους ένδεκα μαθητές, οι οποίοι στενοχωρούνταν, γιατί αυτόν τον αγαπούσε παραπάνω απ΄αυτούς.
Το έμαθαν οι Γέροντες και λυπήθηκαν. Πήγαν λοιπόν κάποια μέρα και άρχισαν να τον ελέγχουν. Τους πήρε μαζί του, βγήκαν έξω και κτύπησε ένα ένα τα κελιά λέγοντας:
- "Αδελφέ τάδε, έλα, γιατί σε χρειάζομαι".
Αλλά κανείς απ΄αυτούς δεν τον ακολούθησε αμέσως. Πήγε και στο κελί του Μάρκου και κτύπησε λέγοντας:
- "Μάρκε".
Εκείνος μόλις άκουσε τη φωνή του Γέροντα, αμέσως πήδησε έξω, και τον έστειλε σε διακονία. Λέει τότε στους Γέροντες:
- "Πού είναι οι άλλοι αδελφοί, Πατέρες;"
Μπήκε κατόπιν στο κελί του αδελφού να δει την καλλιγραφία πού έκανε, και παρατήρησε ότι είχε ξεκινήσει να κάνει το όμικρον αλλά μόλις άκουσε τον Γέροντα, δεν έστριψε την πέννα να το ολοκληρώσει. Του είπαν τότε οι Γέροντες:
- "Πράγματι, αυτόν που εσύ αγαπάς, αββά, αυτόν και εμείς αγαπούμε, γιατί και ο Θεός τον αγαπά".
13. Είπε ο αββάς Μιώς ότι η αληθινή υπακοή έχει αντάλλαγμα την υπακοή.
Όταν κανείς υπακούει στον Θεό, τον ακούει και ο Θεός.
14. Ο αββάς Μωυσής είπε σ΄έναν αδελφό:
"Ας αποκτήσουμε την υπακοή, η οποία γεννάει την ταπείνωση, την υπομονή, τη μακροθυμία, την κατάνυξη, την αγάπη προς τους αδελφούς και προς όλους τους ανθρώπους, και αυτά είναι τα πολεμικά μας όπλα".
15. Είπε επίσης:
"Εμπρός, αδελφέ, για την αληθινή υπακοή.
Σ΄αυτήν υπάρχει ταπείνωση,
σ΄αυτήν υπάρχει δύναμη,
σ΄αυτήν υπάρχει χαρά,
σ΄αυτήν υπάρχει υπομονή,
σ΄αυτήν υπάρχει μακροθυμία,
σ΄αυτήν υπάρχει η φιλαδελφία,
σ΄αυτήν υπάρχει κατάνυξη,
σ΄αυτήν υπάρχει αγάπη.
Γιατί αυτός που έχει καλή υπακοή, ήδη έχει εφαρμόσει όλες τις εντολές του Θεού".
16. Είπε πάλι:
"Μοναχός νηστευτής πού είναι υποτακτικός σε πνευματικό πατέρα, αλλά δεν έχει υπακοή και ταπείνωση, αυτός ο μοναχός δεν θα αποκτήσει καμιά αρετή, αλλ΄ούτε και ξέρει τι θα πεί μοναχός".
24. Είπε η αμμάς Συγκλητική:
"Εφόσον είμαστε σε κοινόβιο, το προβάδισμα το δίνουμε στην υπακοή μάλλον και όχι στην άσκηση. Γιατί αυτή κατευθύνει στην υπερηφάνεια, ενώ η υπακοή στην ταπεινοφροσύνη".
25. Είπε επίσης:
"Πρέπει με διάκριση να διευθετούμε τα πράγματα της ψυχής. Έτσι, μένοντας σε κοινόβιο μην επιδιώκουμε ό,τι αρέσει σε μας, ούτε να υπηρετούμε τη δική μας γνώμη, αλλά να πειθαρχούμε στον πνευματικό μας πατέρα πού του εμπιστευθήκαμε. Παραδώσαμε τον εαυτό μας σε εξορία, δηλαδή αποξενωθήκαμε από τις κοσμικές φροντίδες. Απ΄ό,τι αποξενωθήκαμε, μην αναζητούμε τα ίδια. Εκεί είχαμε δόξα, εδώ ατιμία, εκεί αφθονία τροφών, εδώ και του ψωμιού ακόμη τη στέρηση".
26. Είπε ο αββάς Υπερέχιος:
"Θησαυρός μεγάλης αξίας είναι η υπακοή του μοναχού. Αυτός που την έχει θα εισακουσθεί από τον Θεό και θαρρετά θα σταθεί δίπλα στον Εσταυρωμένο. Γιατί ο Εσταυρωμένος Κύριος υπήκουσε μέχρι θανάτου".
30. Έλεγαν οι Γέροντες ότι εάν κάποιος έχει εμπιστοσύνη σ΄έναν πνευματικό πατέρα και παραδίνει τον εαυτόν του σ΄αυτόν διά της υπακοής, δεν έχει ανάγκη να ΄ναι στραμμένη η προσοχή του στις εντολές του Θεού, αλλά στον πατέρα του να καταθέτει τα θελήματά του και δεν θα τον κατηγορήσει ο Θεός. Γιατί τίποτε δεν ζητάει ο Θεός τόσο από τους αρχαρίους, όσο τον μεγάλο κόπο της υπακοής.
35. Είπε Γέροντας:
"Αδελφοί, από τα πρώτα που είπε ο Σωτήρας στους μαθητές του ήταν ότι θα έχετε θλίψη και στενοχώρια. Και εκείνος που αποφεύγει την αρχή, χάνει τη γνώση του Θεού. Όπως ακριβώς στα παιδιά προσφέρονται τα γράμματα και είναι η αρχή της μόρφωσης, ώστε να αποκτήσουν και την γνώση, έτσι και ο μοναχός μένοντας υπάκουος μέσα σε κόπους και σε θλίψεις, γίνεται συγκληρονόμος Χριστού και υιός του Θεού.
36. Είπε Γέροντας:
"Αυτά ζητάει ο Θεός από τους χριστιανούς: Να υπακούει ο χριστιανός στις άγιες Γραφές, αυτά που λέγονται να τα εφαρμόζει και να πειθαρχεί στους ορθόδοξους ποιμένες και Πατέρες".
38. Κάποιος αδελφός πού ήταν υποταγμένος, έτσι όπως ο Θεός θέλει, σε πνευματικό και άγιο Γέροντα, του είπε μια μέρα:
"Πάτερ, επειδή η αγία Γραφή λέει ότι περνώντας μέσα από πολλές θλίψεις θα εισέλθουμε στη Βασιλεία των Ουρανών, και βλέπω ότι εγώ δεν έχω καμιά θλίψη, τι πρέπει να κάνω, μην τυχόν χάσω την ψυχή μου;"
Ο Γέροντας τα άκουσε και του λέει:
"Να μην στενοχωριέσαι καθόλου, εσύ δεν έχεις ευθύνη. Καθένας, πού βάζει τον εαυτό του σε υπακοή στους Πατέρες, αυτή την αμεριμνία και την ανάπαυση εξασφαλίζει".